Bουργουνδία - Νεμέα / Νάουσα - Villanova de Gaia

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ…

Μία ενδιαφέρουσα όσο και χαλαρή οινική βραδιά.

Ήμασταν λίγοι (6 όλοι κι όλοι) μα εκλεκτοί, με κοινό χαρακτηριστικό την βαριάς μορφής «αρρώστια» με το κρασί. Η δοκιμή δεν είχε συγκεκριμένο αντικείμενο και αυτό συνέβαλε στο να απολαύσουμε μάλλον παρά να «δοκιμάσουμε» με την αυστηρή έννοια του όρου τα κρασιά (η αλήθεια είναι ότι ακόμα περιμένω εκείνο το πτυελοδοχείο που ζήτησα στην αρχή της δοκιμής…και μάλλον τελικά δε μου έλειψε και πολύ).
Έξι ήταν και τα κρασιά που τελικά «δοκιμάσαμε» (αρχικά ήταν να δοκιμάσουμε «μόνο» πέντε), οπότε οι συνέπειες της απουσίας πτυελοδοχείου έγιναν αισθητές προς το τέλος όπου η ατμόσφαιρα έγινε κάτι παραπάνω από χαλαρή και η διάθεση χτύπησε κόκκινο.
Έξι κρασιά λοιπόν : 2 από τη Νέα Ζηλανδία, 2 από τις Η.Π.Α., 1 από τη Νότια Αφρική και 1 από την Ιταλία (το μοναδικό που εκπροσώπησε- δυστυχώς όχι επάξια- τον παλαιό κόσμο), και ένα γαλλικό τυρί (Valencay).

ΤΑ ΚΡΑΣΙΑ

Ξεκινήσαμε με το μοναδικό λευκό της δοκιμής, το SPY VALLEY RIESLING 2004 από την φημισμένη κυρίως για τα Sauvignon Blanc της, περιοχή του Marlborough της Νέας Ζηλανδίας. Πρόκειται για ένα κρασί που έχω δοκιμάσει αρκετές φορές, κυρίως από τη συγκεκριμένη σοδειά αλλά κάθε φορά καταφέρνει να με εκπλήξει ευχάριστα. Η συγκεκριμένη φιάλη επιβεβαίωσε τόσο τις δυνατότητες παλαίωσης του Riesling ως ποικιλίας, όσο και την ικανότητα του πώματος τύπου Stelvin να εξασφαλίζει στο περιεχόμενο της φιάλης μία αργή και ομαλή πορεία παλαίωσης, όπου τα τριτογενή αρώματα αναπτύσσονται σιγά-σιγά ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η φρεσκάδα του φρούτου. Το χρώμα ήταν αρκετά βαθύ και λαμπερό κίτρινο με χρυσαφιές αποχρώσεις. Στη μύτη, πολύ ελκυστικά αρώματα κομφί λεμονιού και λάϊμ συνυπάρχουν με ορυκτά όπως πετρόλ και τριτογενή τρούφας, μελιού και κηρύθρας. Το στόμα ήταν μέσου βάρους, με αισθητή γλυκύτητα (αντίστοιχη ενός γερμανικού halbtrocken) και απόλυτα εξισορροπητική οξύτητα. Μακρά επίγευση. Πιθανά στο καλύτερο σημείο εξέλιξής του. Ο συνδυασμός με το τυρί Valencay ήταν εξαιρετικός.Βαθμός: 90/100
Δεύτερο κρασί το νοτιοαφρικάνικο BOUCHARD-FINLAYSON HANNIBAL 2007, ένα ασυνήθιστο blend ιταλικών και γαλλικών ερυθρών ποικιλιών από ένα οινοποιείο-καρπό της συνεργασίας του φημισμένου Βουργουνδού παραγωγού Bouchard με τον Νοτιοαφρικανό Finlayson. Βαθύ ρουμπινί με έντονο κεράσι, ευκάλυπτο, καμφορά και λίγα μπαχαρικά, σε ένα συνδυασμό που παρέπεμπε σε στοματικό διάλυμα, και τις χαρακτηριστικές ζωικές νότες των ερυθρών κρασιών της Νότιας Αφρικής να περιορίζονται στο φόντο. Μέσου βάρους στόμα με μαλακές τανίνες, καλό φρούτο, εξισορροπητική οξύτητα και μέσης διάρκειας επίγευση.Βαθμός: 87/100
Ακολούθησε το DUCA BORTINI DI MONTEBELLO AMARONE DELLA VALPOLICELLA 2002, από την περιοχή του VENETO της Ιταλίας. Δυστυχώς, η κακή φήμη της συγκεκριμένης χρονιάς επιβεβαιώθηκε στην πράξη: το κρασί, παρόλο τον πλούτο και την τυπική πληθωρικότητα που χαρακτηρίζει τα AMARONE, παρουσίαζε εμφανή σημάδια κούρασης.Βαθμός: 81/100
Από εδώ και μετά τα πράγματα σοβάρεψαν. Επόμενο κρασί, ένα δυσεύρετο στην Ελλάδα –ίσως και στην Ευρώπη- Pinot Noir από την περιοχή της Sonoma της California των Η.Π.Α.: HARTFORD FAMILY PINOT NOIR ARRENDELL VINEYARD, RUSSIAN RIVER VALLEY 2002. και πάλι από την -εξαιρετική για την California σε αντίθεση με την Ιταλία- χρονιά του Σκούρο ερυθρό με κεραμιδιές νύξεις, εκρηκτική μύτη με raspberry, κόκκινο κεράσι, βότανα όπως βασιλικό και μπαχαρικά, ακολουθούμενη από ένα πυκνό για την ποικιλία στόμα με πολύ πλούσιο φρούτο, βελούδινες τανίνες, εξισορροπητική οξύτητα και πολύ μεγάλης διάρκειας επίγευση. Ηδονιστικό κρασί, πιθανά στο ιδανικό σημείο εξέλιξης.Βαθμός: 93/100
Τελευταίο της προγραμματισμένης δοκιμής –αλλά προτελευταίο της πραγματικής- ένα αριστουργηματικό μπορντωλέζικο χαρμάνι από το νησί Waiheke της Νέας Ζηλανδίας: STONYRIDGE VINEYARD LAROSE 2006. Χρώμα: βαθύ πορφυρό. Αρώματα που παραπέμπουν άμεσα σε ένα grand cru classè του Pauillac: μελάνι, γραφίτης, κέδρος και μικρά μαύρα φρούτα. Μέσου βάρους στόμα με εκπληκτική δομή και φινέτσα που χρειάζεται χρόνο στη φιάλη για να ξετυλίξει τον καλύτερό του εαυτό. Έντονες τανίνες, καλό φρούτο, υψηλή οξύτητα και μεγάλης διάρκειας επίγευση. Είναι η δεύτερη φορά που το δοκιμάζω με ίδιες εντυπώσεις.Βαθμός: 95/100
Εδώ θα είχε κανονικά τελειώσει η βραδιά αν ο πάντοτε ανήσυχος οινόφιλος Ν.Ν. δεν αποφάσιζε να κάνει το προσωπικό του κελάρι κατά ένα ακόμη Pinot Noir φτωχότερο (ναι, δικό του ήταν και το Hartford Family), προσφέροντάς μας ένα άκρως δυσεύρετο DOMAINE DROUHIN OREGON PINOT NOIR 1998. Σαφώς πιο εξελιγμένο αλλά και πιο κοντά στο Βουργουνδιανό μοντέλο από απόψεως στυλ σε σχέση με το Καλιφορνέζικο ξαδερφάκι του, με έντονα ζωικά και τριτογενή αρώματα, λιγότερο φρούτο και πιο αισθητή οξύτητα, δίχασε την ομήγυρη σχετικά με το ποιο από τα δύο ήταν «καλύτερο». Όπως φαίνεται και από τις βαθμολογίες (που είναι εντελώς προσωπικές και δεν αντικατοπτρίζουν τη συνολική εντύπωση-εκτίμηση της ομήγυρης), εμένα με κέρδισε ο γενναιόδωρος και ηδονικός χαρακτήρας του Καλιφορνέζικου Pinot Noir. Βαθμός: 89/100
Άντε και εις άλλα με υγεία, της οικονομικής κρίσης επιτρέπουσας.

Γιάννης Παπαδάκης

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Το «Σκοτεινό Κελάρι» ενός φωτεινού προσώπου.


«Σκοτεινό Κελάρι»,Μαρία Τζίτζη.(Καθηγήτρια και φίλη μου)

Έχω ομολογήσει ότι η αστυνομική λογοτεχνία δεν είναι η αδυναμία μου.
Κάτι όμως παλιότερα με τα μυθιστορήματα του Ζαν-Κλωντ Ιζό, εκείνο για παράδειγμα το εξαίσιο «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας»,κάτι πέρυσι με το δυνατό «Η Μνήμη της Πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου, κάτι τώρα με το ευρηματικό «Σκοτεινό Κελάρι» της Μαρίας Τζίτζη από τις εκδόσεις Τσουκάτου, αρχίζω να τις βλέπω τις αστυνομικές αναγνώσεις με άλλο μάτι! Όταν δηλαδή είναι καλογραμμένες, ξεφεύγουν από τα κλισέ ,δεν φλυαρούν, έχουν κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές αναφορές και η μυθοπλασία τους στήνεται προσεκτικά από τον συγγραφέα χωρίς εμείς οι ταλαίπωροι να κυνηγάμε απλώς χαζοχαρούμενα τον δολοφόνο παιδεύοντας τις σελίδες και το κεφάλι μας, τότε, ναι, γίνομαι υπέρμαχος του είδους! Η Τζίτζη είναι οινολόγος η ίδια. Φτιάχνει λοιπόν ένα περιβάλλον για την εξέλιξη της ιστορίας της που το γνωρίζει πολύ καλά άρα το περιγράφει άριστα και μου κίνησε το ενδιαφέρον από τις πρώτες κιόλας σελίδες βάζοντάς με σε έναν κόσμο που δεν τον συναντάς συχνά ως φόντο γραφής και με άμεση συνέπεια να δημιουργώ την μια εικόνα δράσης μετά την άλλη, πότε στην Σαντορίνη, πότε στο οινολογικό εργαστήριο στην Γαλλία, άλλοτε σε χρόνο παρόντος, άλλοτε πηγαίνοντάς με στις απαρχές της ιστορίας και στο παρελθόν ανθρώπων, που η συμμετοχή τους στην διαμόρφωση της πλοκής είναι πολύ σημαντική.Εναλλαγές δηλαδή ακατάπαυστες, εντάσεις, στακάτες περιγραφές των συναισθημάτων των ηρώων με βοηθητική παράθεση παλιών ιστοριών που οι πληγές που άφησαν δεν έχουν κλείσει, συνεχές μυστήριο και σασπένς χωρίς υπερβολές και λεκτικές φανφάρες σε τρεις τουλάχιστον παράλληλες υπο-ιστορίες σχέσεων των πρωταγωνιστών μέσα στην βασική, που είναι βέβαια ο εντοπισμός του τρόπου διακίνησης διαμαντιών μέσα από μεγάλες οινολογικές μονάδες και του ρόλου κάποιων αδίστακτων στο κυνήγι του χρήματος. Πίσω όμως από αυτό-και το αναγνωρίζω στην συγγραφέα ως σαφή ικανότητα - διαβλέπει ο αναγνώστης και την μοναξιά των ηρωίδων, την δύναμη ή την αδυναμία τους να σταθούν στο ύψος των εκάστοτε περιστάσεων, την κατάληξη της σχέσης τους που έτσι κι αλλιώς, όντας δίδυμες, είναι εξ ορισμού δύσκολη και περίεργη.
Ο αναγνώστης κατανοεί πώς ακριβώς χωρίζουν οι δρόμοι τους, γιατί και τι γίνεται στην ζωή της καθεμιάς,ποιές αντοχές τους χτίζονται και ποιές καταρρέουν και συμπαρασύρουν κι άλλους ,που σχετίζονται μαζί τους διότι για μια ακόμη φορά τι τα προκαλεί όλα; H ανθρώπινη φύση με τα πάθη της που ζυμώνονται σαν τους πιο σπάνιους και εκλεκτούς οίνους με προσοχή, με την υποστήριξη της τεχνολογίας και της γνώσης αλλά δεν καταλήγουν πάντα να αγγίζουν την ποθούμενη τελειότητα. Εννοείται ότι δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, δεν αποκαλύπτω ποτέ τα κλειδιά ενός κειμένου διότι πιστεύω ότι στερώ από τον αναγνώστη την ικανοποίηση, ειδικά όταν το βιβλίο είναι καλό, να τα βρει ο ίδιος κατά την ανάγνωση. Και η Μαρία Τζίτζη-η οποία έχει γράψει ήδη ένα εξαιρετικό οινολογικό βιβλίο και επιχειρεί τώρα και πετυχαίνει να κάνει καλή, ποιοτική αστυνομική λογοτεχνία με τούτη το πρώτη της αμιγώς λογοτεχνική προσπάθεια- αξίζει να τύχει της προσοχής μας.

Βιβή Γ.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά και για το Oktoberfest.


Η μυρωδιά της χυμένης μπίρας ήταν πάντα μεγάλο πρόβλημα στο Oktoberfest, το μεγάλο φεστιβάλ μπίρας του Μονάχου. Φέτος, όμως, η δυσοσμία εξαφανίζεται χάρη σε ένα κοκτέιλ μικροβίων που απλώνεται στο πάτωμα και «τρώει» τα υπολείμματα. Το κοκτέιλ «είναι ο πιο φυσικός τρόπος για την επεξεργασία οργανικών απορριμμάτων» δήλωσε ο Χούμπερτ Χακλ, προμηθευτής καθαριστικών για το Oktoberfest εδώ και 28 χρόνια. Το προϊόν είναι ένα καφετί υγρό με μυρωδιά χώματος, το οποίο απλώνεται στις ξύλινες σανίδες του πατώματος. Τα μικρόβια ποτίζουν το πάτωμα, κυλούν μαζί με τη μπίρα ανάμεσα στις χαραμάδες και τελικά φτάνουν στο χώμα. Αυτό που απομένει είναι ένα φυσικό λίπασμα για το γρασίδι που θα φυτρώσει την άνοιξη». Τα τελευταία δύο χρόνια, το κοκτέιλ δοκιμάστηκε στο Hofbräu-Festzelt, τη μεγαλύτερη από τις σκηνές του Oktοberfest, με χωρητικότητα 9992 ατόμων. Το καθαριστικό αποδείχθηκε αποτελεσματικό και αποφασίστηκε η μαζική πια χρήση του. To φετινό Oktoberfest ξεκίνησε το Σάββατο και θα διαρκέσει έως τις 4 Οκτωβρίου.

Sassicaia εναντίον Ornellaia.

Κακά τα ψέματα, για πολλούς από εμάς η μεγάλη στιγμή και η μεγάλη προσμονή της εκδρομής ήταν η επίσκεψη – την ίδια ημέρα μάλιστα – σε δύο από τις κορυφαίες οινοποιίες της Τοσκάνης αλλά και της Ιταλίας εν γένει:
Την Tenuta San Guido που παράγει την Sassicaia και την Tenuta dell’ Ornellaia που παράγει την…Ornellaia και το Masseto. Η φήμη και των δύο κτημάτων είναι τεράστια παγκοσμίως. Η ιστορία τους είναι λίγο-πολύ γνωστή στους οινόφιλους και τα κρασιά τους – για τους τυχερούς που τα έχουν δοκιμάσει – αποτελούν αντικείμενο διθυραμβικών σχολίων και αλησμόνητων απολαύσεων.Τα δύο κτήματα αυτά ενώ βρίσκονται ποιοτικά και γεωγραφικά τόσο κοντά το ένα στο άλλο, έχουν τέτοιες διαφορές στη φιλοσοφία και το στυλ και προσφέρονται για μια κατ’ αντιπαράθεση παρουσίαση.
Για αρχή, δυο λόγια για την ιστορία τους δεν βλάπτουν.
Ας αρχίσουμε από την Tenuta San Guido που είναι και η παλαιότερη.
Το 1930 ο μαρκήσιος Mario Incisa della Rochetta από το Piemonte παντρεύτηκε την Clarice della Gherardesca κληρονόμο του κτήματος San Guido στο Bolgheri και αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί.
Εμπνεόμενος από την αγάπη του για τα κρασιά του Μπορντώ αλλά και από τον προπάππο του Leopoldo συγγραφέα ενός σημαντικού καταλόγου των Ιταλικών οινοποιήσιμων ποικιλιών, αποφάσισε να φυτέψει στο κτήμα Cabernet Sauvignon και να φτιάξει ένα κρασί εφάμιλλο των μεγάλων του Μπορντώ.Η ποικιλία δεν είχε ξαναφυτευτεί στην Ιταλία, αλλά ο μαρκήσιος θεώρησε ότι υπάρχει ομοιότητα στο κλίμα και το πετρώδες έδαφος του Bolgheri αυτό της περίφημης περιοχής Graves στο Μπορντώ όπου παράγεται το σπουδαίο Haut Brion. (Graves στα γαλλικά σημαίνει χαλίκι και το όνομα που έδωσε ο ίδιος στο κρασί του, Sassicaia, σημαίνει τόπος με χαλίκια.). Στην αρχή το κρασί προοριζόταν για προσωπική κατανάλωση, αλλά η ποιότητά του ήταν τέτοια που φίλοι και γνωστοί – ιδιαίτερα τα ξαδέλφια του της μεγάλης οικογένειας οινοποιών Antinori, τον παρότρυναν να το κυκλοφορήσει εμπορικά. Η πρώτη σοδειά που κυκλοφόρησε ήταν το 1968 και το κρασί προκάλεσε επανάσταση τόσο για την ποιότητά του, όσο και για το γεγονός ότι ήταν φτιαγμένο από γαλλικές ποικιλίες, πράγμα που ο νόμος δεν αναγνώριζε ως κρασί ποιότητας. Η επανάσταση αυτή προκάλεσε την εμφάνιση μιμητών οι οποίοι προσπάθησαν να φτιάξουν κρασιά στην περιοχή της Τοσκάνης από γαλλικές ποικιλίες. Αυτά ονομάστηκαν από τους αμερικάνους κριτικούς Super Tuscans και σύμφωνα με τη νομοθεσία χαρακτηρίζονταν απλώς επιτραπέζιοι οίνοι, αφού δεν ήταν φτιαγμένα από τις προτεινόμενες ποικιλίες. Σε ποιότητα όμως ήταν ανώτερα των περισσοτέρων κρασιών με ονομασία προέλευσης.



Το άλλο κτήμα, η Ornellaia, ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας του ξαδέρφου των Incisa della Rochetta, Lodovico Antinori να φτιάξει και αυτός ένα Super Tuscan. Οι πρώτες σοδειές κυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και τα κρασιά Ornellaia και Masseto προκάλεσαν αίσθηση. Ενώ όμως το κτήμα San Guido παραμένει στα χέρια της οικογένειας della Rochetta, η Tenuta Ornellaia πωλήθηκε το 2002 στην αμερικανική οικογένεια Mondavi. Αυτοί, με μια κίνηση που προκάλεσε ποικίλα σχόλια και τη δυσφορία και πικρία του Lodovico Antinori, σχεδόν αμέσως την ξαναπούλησαν στην οικογένεια των ανταγωνιστών των Antinori, τους Frescobaldi.



Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και προς επιβράβευση της σταθερής και ποιοτικής πορείας των δύο Super Tuscans, αλλά και των άλλων Super Tuscans,τους αποδόθηκε από το νόμο ο χαρακτηρισμός DOC, δηλαδή Ελεγχόμενη Ονομασία Προέλευσης “DOC Bolgher”. Στην Sassicaia μάλιστα αποδόθηκε δική της ονομασία προέλευσης “DOC Sassicaia Bolgheri”, καθιστώντας την το μοναδικό κτήμα στην Ιταλία που έχει ονομασία προέλευσης με το όνομα του κτήματος. Ας δούμε όμως πως ήταν και η δική μας εμπειρία σε αυτά τα κήματα, τη μαγική δεύτερη μέρα του Ιουλίου που τα επισκεφτήκαμε από κοντά. Ξεκινήσαμε πρωί από τη Φλωρεντία και πήραμε το δρόμο για τη Maremma περνώντας μέσα από ειδυλλιακά τοσκανέζικα τοπία για να φτάσουμε στο Bolgheri και τον εντυπωσιακό επαρχιακό δρόμο με τα κυπαρίσσια φυτεμένα από τη μια και την άλλη μεριά του δρόμου σε μήκος 5 χιλιομέτρων, τα οποία έχει υμνήσει ο τοπικός ποιητής Carducci. Τα πράγματα δεν έδειχναν να είναι άσχημα.
Το πρώτο ραντεβού ήταν στο οινοποιείο της Sassicaia. Μέσα σε ένα περιφραγμένο κτήμα, όχι πολύ μεγάλων διαστάσεων με ένα περιποιημένο κήπο με γκαζόν και τριαντάφυλλα βρισκόταν ο χώρος υποδοχής και το κελάρι. Μοντέρνο κτήριο με τούβλο και γυαλί, περισσότερο χρηστικό πάρα φτιαγμένο για να εντυπωσιάσει. Εκεί μας υποδέχτηκε η ξεναγός όπου μας περιέγραψε ακούραστα και εξονυχιστικά την ιστορία και την φιλοσοφία της εταιρείας.
Ο χώρος ήταν απλός με ένα μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι στη μέση της αίθουσας και τα – ισόγεια – κελάρια δεξιά και αριστερά μας να χωρίζονται από την αίθουσα υποδοχής από γυάλινες επιφάνειες έτσι ώστε να μπορεί κανείς να τα δει και από κει. Αυτό που μας έκανε αμέσως εντύπωση ήταν η παλαιότητα των βαρελιών. Έχοντας συνηθίσει σε επισκέψεις μας ακόμα και σε μικρούς Έλληνες παραγωγούς να βλέπουμε πληθώρα νέων βαρελιών, ξαφνιαστήκαμε! Μας εξήγησε η ξεναγός ότι η φιλοσοφία του κτήματος – σε αντιδιαστολή με αυτήν άλλων κτημάτων της περιοχής (και ο νοών νοείτο)– δεν είναι να φτιάχνει πληθωρικά έντονα φρουτώδη κρασιά που τα καπελώνει το άρωμα της βανίλιας από τη δρυ.



Έπειτα επισκεφθήκαμε τον χώρο οινοποίησης – εδώ και αν ήταν ταπεινός και …Ένα παλιό υποστατικό, με δεξαμενές σχετικά παλιάς τεχνολογίας , λίγο ακατάστατος και με κανένα τρόπο υπόδειγμα καθαριότητας ( μήπως πρέπει κάτι να είναι λίγο βρώμικο για να είναι νόστιμο;!). Πετύχαμε τους υπαλλήλους, οι οποίοι ξαφνιάστηκαν από την παρουσία μας να κολλούν με το χέρι ετικέτες σε μεγάλα μεγέθη φιαλών – τα οποία κάποιοι από μας δεν αντιστάθηκαν να αγγίξουν προκαλώντας τα άγρια βλέμματα των εργαζομένων!



Με τα πολύ όμορφα πιάτα των αλλαντικών και τυριών που μας πρόσφεραν στην όμορφη καντίνα τους δοκιμάσαμε τα τρία κόκκινα κρασιά που παράγει το κτήμα. Πρώτο ήταν το Le Difese της σοδειάς του 2008, η μόνη πρόταση του κτήματος που περιέχει το τοπικό Sangionese σε ποσοστό 30%, το υπόλοιπο είναι Cabernet.Το κρασί ήταν ζωηρό ρουμπινί στον χρώμα, στη μύτη θύμιζε κόκκινα φρούτα σαν το κεράσι αλλά είχε και νότες γλυκόπικρες σαν την φλούδα του πορτοκαλιού. Η αίσθηση του ξύλου ήταν έντονη, χωρίς όμως να καπελώνει το φρούτο. Στο στόμα ο όγκος ήταν μεσαίου βάρους και οι τανίνες ήταν χοντρό-κοκκες. Η γεύση του ήταν πλούσια και είχε καλή δομή και οξύτητα. Οι κυρίαρχες γεύσεις ήταν φρούτων κερασιού, δαμάσκηνου, δέρματος και πράσινου τσαγιού. Ένα άριστο κρασί για αρχή. Στη συνέχεια δοκιμάσαμε το Guidalberto – Guidalberto ήταν ο άλλος προπάππος που φύτεψε τα κυπαρίσσια. Κι εδώ το χρώμα ήταν ρουμπινί και η μύτη θύμιζε πάλι κόκκινα φρούτα αλλά εδώ είχαμε και γλυκά μπαχάρια. Αυτό το κρασί ήταν πολύ νέο ακόμα. Στο στόμα ήταν πιο σκληρό μιας και οι τανίνες του ως πιο ρωμαλέες θέλουν πιο πολύ χρόνο για να μαλακώσουν. Τα αρώματα στο στόμα ήταν φρέσκου δαμάσκηνου, κέδρου χαρακτηριστικού του Cabernet καθώς και νότες μελανιού. Παρόλη τη νεότητά του ήταν δροσιστικό και απολαυστικό. Αφού δοκιμάσαμε και αυτό το όμορφο κρασί ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε και τη Sassicaia – την "Πετρόεσσα" Η σοδειά ήταν του ’07. Νέο θα ήταν το κρασί ακόμα, αλλά η προσμονή να το δοκιμάσουμε μεγάλη! Η μύτη αυτού του κρασιού το ξεχώριζε αμέσως από τα προηγούμενα. Εδώ υπήρχε μια έντονη ευγενική φυτικότητα, χαρακτηριστική του Cabernet Franc που συνοδεύει το ξαδελφάκι του Sauvignon σε ποσοστό 15%. Αρώματα δαμάσκηνου και κόκκινων φρούτων και γλυκών μπαχαρικών όπως κανέλα, γαρύφαλλο και κρέμα βανίλια κυριαρχούσαν στο γεμάτο άριστης ποιότητας αλλά λίγο νέες ακόμα τανίνες. Χαρακτηριστικά πίσσας και ορυκτών όπως γραφίτη ολοκλήρωναν το αρωματικό μπουκέτο που είχε μια – θα τολμούσα να πω ‘χωριάτικη’ ευγένεια. Και εδώ θέλω να σταθώ γιατί αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει το μεγαλείο σε αυτό το κρασί. Λέγοντας ‘χωριάτικη’ εννοώ ότι το κρασί αυτό δίνει άμεσα την αίσθηση ενός αγροτικού προϊόντος – δεν ‘φωνάζει’ για να εντυπωσιάσει – η δύναμη του είναιστην φυσικότητα, στην λεπτότητά του και στην ιδιότητά του να θυμίζει…κρασί και όχι γλυκό χυμό φρούτων. Είναι ένα κρασί που εύκολα ένας αμύητος στο χώρο του κρασιού μπορεί να προσπεράσει. Δεν είναι η ένταση του αρωματικού του πλούτου, αλλά η φινέτσα και η πολυπλοκότητά του (η οποία σε μια τόσο πρόσφατη σοδειά ίσα που έχει αρχίσει να δείχνει τις δυνατότητες εξέλιξης της) και η λεπτότητά του που το καθιστά ιδανικό σύντροφο για τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να γίνεται μπουχτιστικό.



Έπειτα ήρθε η σειρά του κτήματος Ornellaia. Εδώ οινοποιείο και κτήματα βρίσκονταν στο ίδιο – τεράστιο είναι η αλήθεια κτήμα. Εντύπωση εδώ προκαλούσε η τάξη και η καθαριότητα που επικρατούσε παντού. Μια αυλόπορτα που οδηγούσε σε ένα δρόμο φυτεμένο με “Ornellaies” άνοιξε για να περάσει το λεωφορείο μας – αν θυμάστε τη σκηνή,υπάρχει στην ταινία Mondovino. Αριστερά από την είσοδο βρισκόταν ένα συγκρότημα από δύο ή τρεις όμορφες οι πολυτελείς εξοχικές κατοικίες μέσα σε έναν άψογα φροντισμένο κήπο με γρασίδι και τριανταφυλλιές. Αυτές χρησιμεύουν για την υποδοχή των επισκεπτών, τώρα ποιος μένει μόνιμα εκεί δεν ξέρω. Αν υποψιαστώ όμως ότι εκεί μένουν οι φύλακες του κτήματος, θα σκεφτώ πολύ σοβαρά να μάθω ιταλικά και να αλλάξω επαγγελματική καριέρα. Στην αυλή της μιας κατοικίας ήταν στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα δυο τραπέζια για εμάς – δίπλα σε έναν μπουφέ με λαχταριστές νοστιμιές. Για λίγο βιώσαμε την αίσθηση να ζούμε στη ‘Δυναστεία’ ή κάτι τέτοιο.Προτού όμως καθίσουμε να γευματίσουμε, με το λεωφορείο επισκεφτήκαμε τον χώρο οινοποίησης. Ένας δρόμος με λεβάντες οδηγούσε στην είσοδο ενός μοντέρνου σχεδιασμού κτηρίου. Εδώ η επιθυμία για εντυπωσιασμό, σε αντίθεση με την ‘ταπεινή’ Sassicaia, ήταν εμφανής. Στην είσοδο έργα τέχνης ενός καλλιτέχνη που κάθε χρόνο αλλάζει κοσμούσαν το χώρο. Πολλαπλά επίπεδα οδηγούσαν στις δεξαμενές και στον χώρο παλαίωσης. Μοντέρνα αρχιτεκτονική, χώροι απόλυτα καθαροί και γυαλισμένοι καιαίθουσες που θύμιζαν περισσότερο προθήκες παρά …αποθήκες. Τα βαρέλια εδώ ήταν καινούργια και καλλιτεχνικές φωτογραφίες του κτήματος και των αμπελιών στόλιζαν τους τοίχους. Είπαμε τα δυο κτήματα έχουν διαφορετικές φιλοσοφίες και αυτά αντικατοπτρίζονται σε κάθε τι, από τους χώρους μέχρι το κρασί όπως θα δούμε. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω κάτι που είπε ο Piero Antinori για τον αδελφό του Lodovico, στην Ornellaia λέει ‘προσπαθούσε να αποδείξει κάτι, εγωισμός με την καλή έννοια’.‘Με την καλή έννοια’, λέει ο αδελφός για τον αδελφό, αλλά παρόλα αυτά ‘εγωισμός’. Περισσότερα για αυτό στο site του περιοδικό Decanter:http://www.decanter.com/people-and-places/wine-articles/485670/ludovico-and-piero-antinori-decanter-interview



Πίσω τώρα στο τραπέζι. Αυτό που μου έκανε εμένα μεγάλη εντύπωση ήταν τα κεράσια που είχαν αφήσει στο κέντρο των τραπεζιών, έτσι για να μας δροσίσουν– σαν καλωσόρισμα -επάνω στα φύλλα τους όμορφα στημένα. Ε, λοιπόν αυτάήταν τα πιο όμορφα και υγιή σε εμφάνιση κεράσια που έχω δει ποτέ στη ζωή μου! Επίσης ήταν τέλεια ωριμασμένα, γλυκά και λαχταριστά. Φυσικάπροέρχονταν από το κτήμα. Τώρα θέλω να σκεφτείτε, αν τα κεράσια τους είναι τόσο λαχταριστά, πόσο λαχταριστά πρέπει να είναι τα σταφύλια που φτιάχνουν το διάσημο κρασί τους. Ο διάσημος παραδοξολόγος Oscar Wilde λέει για το κάπνισμα πως είναι τέλεια απόλαυση, είναι λαχταριστό και σε αφήνει πάντοτε ελαφρώς ανικανοποίητο. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θέλω να παρουσιάσω προκειμένου να παρουσιάσω τη φιλοσοφία της Ornellaia και να την αντιδιαστείλω με αυτήν της Sassicaia.Είπα πιο πάνω ότι η Sassicaia παρουσιάζει μια ‘χωριάτικη’ αρχοντιά – ε, λοιπόν εδώ το χαρακτηριστικό είναι η πολυτέλεια και η άμεμπτη καθαριότητα,στην οποία αν προσπαθούσαμε να της δώσουμε ένα αρνητικό χαρακτηρισμό – είναι δύσκολο βέβαια! – θα την λέγαμε ελαφρώς αποστειρωμένη. Το κτήμα της Ornellaia, οι επαυλεις, τα αμπελοτόπια, η οινοποιεία είναι όλα άμεμπτα. Τα διακοσμητικά φυτά είναι τα πιο εύρωστα, τα πιο καλοκλαδεμένα και τα πιο υγιή σε εμφάνιση που έχω ποτέ δει. Έχει όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη ένα χαρακτήρα πιο απρόσωπο απ’ ότι το κτήμα του San Guido όπου το οινοποιείο μύριζε κρασί και είχε σχεδιαστεί με γνώμονα την πρακτικότητα και λιγότερο την εμφάνιση.
Ας δούμε όμως και τα κρασιά που δοκιμάσαμε και το πώς η φιλοσοφία του κτήματος αντικατοπτρίζεται σε αυτά. Το Le Volte 2008, το τρίτο κρασί του κτήματος μίγμα Sangiovese με Cabernet Sauvignon και Merlot, ήταν το πρώτο που δοκιμάσαμε. Ένα πολύ σκούρο κρασί με ιώδεις αποχρώσεις και αρκετά πλούσιο σώμα, με πληθωρικά αρώματα κόκκινων φρούτων και γλυκών μπαχαρικών και έντονη την παρουσία της βανίλιας από τη χρήση του βαρελιού, μοντέρνο και εύγευστο. Έπειτα δοκιμάσαμε τη δεύτερη ετικέτα, την Le Serre Nuove dell’Ornellaia, κρασί με την ίδια ποικιλιακή σύνθεση με την Ornellaia αλλά με χρήση σταφυλιών από τα νεότερα αμπέλια του κτήματος. Είναι φτιαγμένο από ποικιλίες του Μπορντώ χωρίς καθόλου Sangiovese και η χρονιά του ήταν το 2007. Και εδώ ο χαρακτήρας ήταν παρόμοιος με το προηγούμενο κρασί, ήταν ένα σκουρόχρωμο και πληθωρικό κρασί αλλά η αρωματική ένταση και το γευστικό βάθος ήταν σε ένα άλλο επίπεδο. Καλή προθέρμανση για τη δοκιμή της ίδιας της Ornellaia! Και εδώ να θυμίσω τη…ζέστη που έκανε εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου την οποία οι αλκοολικοί βαθμοί των κρασιών επέτειναν επικίνδυνα… Δεν έχεις όμως την
ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή να δοκιμάσεις αυτά τα κρασιά, οπότε ας σταματήσω να γκρινιάζω! Η στιγμή έφτασε λοιπόν να μας σερβίρουν και την Ornellaia. Και αυτή, όπως και οι Serre Nuove ήταν της σοδειάς του ’07. Το χρώμα εδώ ήταν σκούρο πορφυρό, μωβ σχεδόν αδιαπέραστο. Το κρασί ήταν πάρα πολύ νέο, η συμπύκνωση του ήταν τεράστια και η δομή του τέτοια που δείχνει ότι έχει σπουδαίο μέλλον – η χρονιά του 2007 για την Τοσκάνη ήταν….. –Αν και στο δρόμο για το οινοπείο είδαμε το αμπελοτόπι που βγάζει το Merlot πουπροορίζεται για το Masseto, το ίδιο δεν το δοκιμάσαμε. Απογοητευμένοι πάντως από την επίσκεψή μας δεν μείναμε. Ήδη η ζέστη και οι δοκιμές έξι κρασιών μας είχαν φέρει μια γλυκιά κούραση – όχι πως θα μας χαλούσε να δοκιμάσουμε το πανάκριβο Merlot που έχει σε διαγωνισμούς κερδίσει το περίφημο Petrus, αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες… Όλα τα κρασιά ήταν σπουδαία και διαφορετικά μεταξύ τους. Η Sassicaia παράγει πιο γήινα κρασιά, πιο λεπτά, φίνα με αυτή την παράδοξη αίσθηση σε μένα του ‘χωριάτικου’ του χειροποίητου. Από την άλλη τα κρασιά της Ornellaia είναι πιο πληθωρικά, πιο φρουτώδη και πιο εντυπωσιακά. Όπως είπα και τα δύο ήταν υπέροχα και σε μια αντιπαράθεση Ornellaia εναντίον Sassicaia θα διάλεγα και τα δύο. Διαφορετικά κρασιά που προσφέρουν ξεχωριστές συγκινήσεις.
Και αν οι συμπάθειες μου γέρνουν στο ένα ή στο άλλο, δεν με υποχρέωσε κανείς να περιοριστώ στο να πίνω το ένα από τα δύο αποκλειστικά…

Στέφανος Τσαλαβούτας

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Ανερχόμενος γαστρονομικός προορισμός λόγω κρασιού η Ελλάδα…. για τους Αυστραλούς.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους ανερχόμενους ευρωπαϊκούς προορισμούς με γαστρονομικό ενδιαφέρον λόγω των κρασιών της, αναφέρει σε δημοσίευμα της η εφημερίδα «The Sun Herald» του Σίδνεϊ. Όπως επισημαίνεται, καθώς αυξάνεται η εκτίμηση των Αυστραλών απέναντι στο καλό φαγητό και κρασί, αυξάνεται και το ενδιαφέρον τους για γαστρονομικές εμπειρίες σε μη αναμενόμενους προορισμούς. Η Karen Ridge, ιδιοκτήτρια ενός εξειδικευμένου ταξιδιωτικού πρακτορείου του «Food and Wine Travel», υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη και δυναμική αγορά και ότι οι ταξιδιώτες δεν αναζητούν μόνο το καλό φαγητό, αλλά ενδιαφέρονται για την όλη εμπειρία που συνδέεται με το φαγητό, όπως η παραγωγή των υλικών και η προετοιμασία του. Σύμφωνα με την κ. Ridge, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία είναι δημοφιλείς γαστρονομικοί προορισμοί, αλλά η ίδια αναμένει ότι θα αναδειχθούν και η Αυστρία, η Ελβετία, η Κροατία, η Τουρκία και η Ελλάδα. Αφιέρωμα στο ελληνικό κρασί φιλοξένησε και η εφημερίδα «The Age», με την υπογραφή της Jane Faulkner, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον παραγωγό Γιάννη Παρασκευόπουλο (Κτήμα Γαία). Η Faulkner αναφέρεται στη ρετσίνα, στην οποία αποδίδεται το κακό όνομα των ελληνικών κρασιών στο εξωτερικό, «εξαιτίας του γεγονότος ότι συχνά παρασκευάζεται λανθασμένα», σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο.
Άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας κάνει λόγο για την καλλιέργεια των ελληνικών ποικιλιών Ασύρτικο και Ξινόμαυρο εκτός Ελλάδος.
Το μεν πρώτο καλλιεργείται στην Αυστραλία από το κτήμα Jim Barry στην περιοχή Clare Valley έπειτα από πρόσφατη αγορά κλημάτων από τη Σαντορίνη, ενώ το δεύτερο καλλιεργείται στην Κίνα, με την πιλοτική συνεργασία του κτήματος Κυρ-Γιάννη με την κινέζικης κρατικής ιδιοκτησίας εταιρεία Mogao.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

"Οι Μεγάλες μέρες της Nεμέας"

Για τρεις μέρες, από 3 έως 5 Σεπτεμβρίου, οι λάτρεις του κρασιού, θα έχουν την ευκαιρία να επισκεφθούν πολλά από τα οινοποιεία της Νεμέας, να γνωρίσουν τους οινοποιούς, να ξεναγηθούν στους αμπελώνες της και να δοκιμάσουν τα κρασιά της περιοχής. Παράλληλα, καθ΄ όλη τη διάρκεια του τριημέρου, θα πραγματοποιούνται μουσικές εκδηλώσεις, εκθέσεις και πολιτιστικά δρώμενα.

Οι "Ημέρες της Νεμέας" διοργανώνονται από το Δήμο Νεμέας και την Ένωση Οινοπαραγωγών και Αμπελουργών, με την υποστήριξη του Επιμελητηρίου Κορινθίας και της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

Πληροφορίες στη γραμματεία της ΕΝ.Ο.Α.Ν. τηλέφωνο 27460-20400

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Μια βραδιά στο "La Pergola": Κριτική



Η οινική εκδρομή στην πανέμορφη Τοσκάνη, τελείωσε στην κυριολεξία στα ύψη για μερικούς τυχερούς ή τρελούς οινόφιλους. Με το εστιατόριο La Pergola στο ξενοδοχείο Hilton Cavalieri της Ρώμης. Με Chef τον Heinz Beck στο τιμόνι το εστιατόριο έχει βραβευτεί με 3 αστέρια Michelin. Το τραπέζι μας βρισκόταν στο μπαλκόνι του εστιατορίου και είχαμε όλη την Ρώμη στα πόδια μας. Με μια κόκκινη σελήνη να κρέμεται πάνω από την αιώνια πόλη ξεκίνησε ο γαστρονομικός / γευσιγνωστικός μαραθώνιος.
Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ένα σκαμπό-τραπεζάκι βρισκόταν τοποθετημένο δίπλα σε κάθε κυρία για να βάλει την τσάντα της. Ως καλοσώρισμα το μενού περιλάμβανε ένα "amuse bouche" από αχιβάδες και καραβίδα με καπουτσίνο και ζελέ σέλινου. Η οινοφιλική πλευρά του δείπνου ξεκίνησε με ένα Spumante το Riserva del Fondatore 2000 του Giulio Ferrari, από την ποικιλία Chardonnay με την μέθοδο sur lie (οι οινολάσπες παραμένουν για 9 χρόνια). Ωραία αρώματα ψημένου ψωμιού, ζύμης, βουτύρου και νότες ψητά μήλα. Φρεσκάδα. Αφού διαλέξαμε μερικά από τα φρεσκοψήμενα ψωμιά, μας παρουσίασαν ιταλικό ελαιόλαδο σε μικρό μπουκάλι (έμοιαζε με μπουκάλι για άρωμα) για να συνοδεύσουμε το ψωμί μας. Ιταλική φινέτσα ή φρου-φρου; Την επόμενη στιγμή στο καθένα μας σέρβιραν δυο διαφορετικά είδη αλατιού το ένα από την Νορβηγία με κόκκινο πιπέρι και το άλλο, αλάτι ηφαιστείου με στάχτη και κάρβουνο. Μαζί με το λάδι δημιουργούσαν ένα πολύ ωραίο πάντρεμα. Το πρώτο πιάτο του μαραθωνίου ήταν μια φέτα ώμου τόνου μαζί με ένα πουρέ αφυδατωμένου αρακά και μια κουταλιά βραστού αμάρανθου (δημητριακό). Το πιάτο συνδυάστηκε με το Fiano D'Avelino 2007 του Guido Marsella – αρώματα ορυκτών, καπνού, μελιού και κεριού. Μεσαίο σώμα και ωραία οξύτητα.
Συνεχίσαμε με μια σούπα τυριού παρμεζάνας με διάφορα λαχανικά, βότανα και αβγό από ορτύκι. Δεν πίστευα ότι θα έτρωγα ποτέ σούπα από παρμεζάνα , βέβαια τώρα που πλέον ένα κομμάτι της σύγχρονης μαγειρικής αγγίζει την επιστήμη όλα να τα περιμένουμε!
Η σούπα ή μάλλον πιο συγκεκριμένα το "infusion" δεν άφηνε κανένα από τα συστατικά να κυριαρχεί, όλα ήταν σε ισορροπία. Αμέσως μετά ένα maccheroncini ολικής αλέσεως με κόκκινες γαρίδες με coulis καπνιστής μελιτζάνας και κρουτόν. Εδώ ήπιαμε το τελευταίο λευκό κρασί της βραδιάς, τo Fiorduva 2007 της Marisa Cuomo από τρεις γηγενείς ποικιλίες Fenile, Ripoli και Ginestra. Τα λεμονάτα και αλμύρα αρώματα θύμιζαν ασύρτικο και Sauvignon Blanc με βοτανικές νότες. Μεσαίο σώμα, στόμα γεμάτο με εσπεριδοειδή και λίγο μέλι με οξύτητα που διαρκεί. Είχε έρθει η ώρα για τα ερυθρά κρασιά αν και η αρχική πρόταση ήταν να ξεκινήσουμε με ένα Montepulciano D'Abruzzo η συζήτηση με τον sommelier Marco Reitano οδήγησε στην πρόταση του, την οποία δεχθήκαμε να διαλέξει εκείνος τα πιο αντιπροσωπευτικά κρασιά για τα επόμενα πιάτα. Απόφαση που μας έδωσε την δυνατότητα να ανακαλύψουμε αρκετά διαμάντια του ιταλικού αμπελώνα. Ένα cannolo καραβιδόψυχας και λαχανικών με σάλτσα ελιάς, tapioca και Campari έφθασε μπροστά μας, για να συνδυαστεί με το φοβερό Vinupetra I Vigneri 2006 από την ποικιλία Nerello Mascalese. Γήινα, δέρμα και ορυκτά αρώματα έπαιζαν με μαύρα κεράσια και βότανα garrigue (όπως λεβάντα, δεντρολίβανο, ρίγανη και φασκόμηλο). Ελαφρύ προς μεσαίο σώμα, ικανοποιητική οξύτητα, λίγες τανίνες και στόμα γεμάτο με αρώματα βύσσινο και κόκκινα κεράσια. Παρά τους 14.4%, ήταν ευκολόπιοτο. Την στιγμή που ο ενθουσιασμός στα πρόσωπα ήταν έκδηλος και η συζήτηση έχει ανάψει. Στο τραπέζι κάνουν την εμφάνιση τους ποτήρια τύπου Βουργουνδίας για να σερβιριστεί το Aglianico del Vulture Vigna Caselle 2003 του D'Angelo. Θέλω να πιστεύω ότι μας προτείνανε αυτό το κρασί επειδή ήμασταν Έλληνες. Η ποικιλία Aglianico έχει ελληνικές ρίζες (το Aglianico είναι παράφραση της λέξης ελληνικό) και σύμφωνα με την παράδοση την έφεραν οι αρχαίοι Έλληνες στις αποικίες της Magna Graecia (Μεγάλη Ελλάδα) στη Νότια Ιταλία. Τα ποτήρια γέμισαν με αρώματα γήινα, δάσους, βότανα και στην συνέχεια σκούρα φρούτα. Το μπουκέτο των αρωμάτων θύμιζε Pinot Noir Βουργουνδίας. Μεσαίου βάρους σώμα με την οξύτητα να ισορροπεί τις αισθητές τανίνες και ένα όμορφο και συνάμα πικάντικό τελείωμα. Καταπληκτικός συνδυασμός με το λαβράκι μαζί με vinaigrette από μαριναρισμένη αντσούγια και γλυκιά πιπεριά chilli. Μετά το ψάρι ακολούθησε ένα emince κουνελιου "του κυνηγού" με κρέμα γλυκιάς πιπεριάς. Ενώ ένα τοσκανέζικο κρασί το Poggio a Venti Massa Vecchia 2002 βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων μας. Μιας άλλης διάστασης του φημισμένου Sangiovese. Κεράσια, τσάι, δέρμα, ευκάλυπτος και μέντα στη μύτη, μέσου βάρους σώμα και στο στόμα να κυριαρχεί το τσάι, τα μανιτάρια και μια υφάλμυρη επίγευση. Το τελευταίο πιάτο κρέατος ήταν δυστυχώς για μας και το μόνο μείον της πανέμορφης βραδιάς. Μπούτι αρνιού με σάλτσα ντομάτας, με ρικότα και βασιλικό. Δεν ήταν κακό-καλοφτιαγμένο αλλά τίποτα το συναρπαστικό. Η σάλτσα έμοιαζε με τοματοπελτέ ή ένα αριστοκρατικό κέτσαπ. Εδώ μπορεί να φταίει το ότι σαν Έλληνες, ξέρουμε από καλό αρνί και ότι πολλές φορές δεν θέλει να το βυθίζεις σε σάλτσα. Απλώς σε σχέση με τα προηγούμενα πιάτα αυτό υπολειπόταν προπάντων σε φινέτσα. Το κρασί όμως μας αποζημίωσε Cannonau Dule Gabbas 2003(Grenache) αρώματα κακάου, καφέ, γλυκόριζας, καραμέλας, και μαύρα φρούτα και ένα τελείωμα γλυκών μπαχαρικών στο στόμα. Η ποικιλία εκλεκτών ιταλικών τυριών συνδυάστηκε με ένα παλαιωμένο Brunello Di Montalcino του Poggio Salvi 1979. Αρώματα ώριμων κόκκινων και μαύρων φρούτων και ακολουθούσαν αρώματα από δέρμα και μανιτάρια. Πλούσιο σώμα με γλυκό ξεκίνημα στο στόμα και μια επίγευση από ώριμα και καραμελωμένα φρούτα. Μόλις είχαμε τελειώσει τα τυριά και ξεκίνησε μια απίστευτη πανδαισία γλυκών. Η λέξη Grand Dessert στο μενού μας δεν μας είχε προβληματίσει καθόλου. Παγωτό μπέικον με μάνγκο και ανανά απίστευτός συνδυασμός γεύσεων και η έκπληξη το πώς ένα αλμυρό αλλαντικό μπορεί να γίνει και παγωτό. Espresso macchiato από καρύδα, σουφλέ σοκολάτας με grand marnier και ένα gratinee κρέμα framboise. Τώρα τελειώσαμε... αλλά είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι, στο τραπέζι κατέφθασε ένα "pouro" γκοφρέτας με γέμιση παγωτό φράουλας και ένα τιραμισού / zabaglione. Η συνέχεια περιλάμβανε ένα ασημένιο κουτί με συρτάρια, που το κάθε συρτάρι έκρυβε γλυκούς θησαυρούς- διάφορα petit fours το ένα πιο γευστικό από το άλλο. Αχ τι ωραίο τέλος αυτό μέχρι να έρθει μια ποικιλία από διαφορά είδη σοκολάτας. Αυτός ο ορυμαγδός ζαχαροπλαστικής συνδυάστηκε με Recioto della Valpolicella Bertani 2006 (Corvina, Rondinera kai Mondinara). Ωραία συμπύκνωση αρωμάτων βατόμουρου, δαμάσκηνου με νότες πιπεριάς, βοτάνων, γρασίδι και πιπέρι εντυπωσιακή η ισορροπημένη γλύκα. Πριν αναχωρήσουμε είχαμε μια ολιγόλεπτη συνομιλία με τον chef o Heinz Beck. To service ήταν άψογο, ενώ συνεχής ήταν η αλλαγή σε πετσέτες, σε φρέσκα λουλούδια και κεριά καθ’ολη την διάρκεια της βραδιάς.
Με μιά λέξη το La Pergola είναι "Χλιδή".

Κατσουλιέρης Κωνσταντίνος
Created by A.Kourkoulis