Bουργουνδία - Νεμέα / Νάουσα - Villanova de Gaia

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Wineillusionclub.gr

Η οικογένεια του wineillusion μεγάλωσε και
μεταφέρθηκε στο δικό της ¨σπίτι¨.
Σας ευχαριστούμε και σας περιμένουμε όλους στο:






Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Εκδρομή στην Εύβοια

Η Ελευθερία, η κολλητή μου από τη σχολή που έχει αναλάβει την οινική μου εκπαίδευση, μου είχε πει για την εκδρομή περίπου 3 εβδομάδες πριν. Για μια στιγμή ένιωσα πως θα ήταν από αυτές τις εκδρομές που συμφωνείς κάποια στιγμή που φαίνεται αόριστη να κάνετε κάτι με την παρέα και τελικά όσο πλησιάζει ο καιρός τόσο το νιώθεις αυτό σαν αγγαρεία.Ευτυχώς, δεν ήταν από αυτές τις περιπτώσεις. Μαζευτήκαμε ένα παρεάκι 5 ατόμων, βγήκαμε Σάββατο βράδυ, κοιμηθήκαμε όλοι σε δύο σπίτια στα βόρεια προάστια και έτσι ήμασταν έτοιμοι πρωί πρωί να ξεκινήσουμε το ταξίδια.
Δε μπορούσα να φανταστώ το ότι θα με ξυπνούσε όμως στις 8 το πρωί η γειτόνισσά μου στο Φάληρο για να μου πει ότι χτυπάει ο συναγερμός μου και ότι θα έπρεπε πρωινιάτικα να τρέξω να τον απενεργοποιήσω. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, αλλά και η απόσταση είναι απόσταση, οπότε αναγκαστικά καθυστέρησα να ξαναβρεθώ με το υπόλοιπο παρεάκι στην Εθνική όπου είχαμε το ραντεβού μας.Μπήκα στο τζιπ του Σπύρου μαζί με Ελευθερία, Κωνσταντίνο, Αναστάση και ξεκινήσαμε. Ο Σπύρος το γκάζωσε και έτσι την πρώτη μας εαρινή επαφή με την ελληνική ύπαιθρο την κάναμε εν τάχει, μη σταματώντας ούτε για περίπτερο.Παρόλο που όλο το γκρουπ είχε ξεκινήσει περίπου 45 λεπτά νωρίτερα, τελικά στο πρώτο προορισμό μας δεν τους καθυστερήσαμε παρά μόνο λίγα λεπτά ή έτσι τουλάχιστον μας είπε ο Νίκος που ήταν ευγενικότατος.
Η πρώτη μας στάση λοιπόν ήταν στη μικροζυθοποιία Septem. Δεν είχα προλάβει να δω το πρόγραμμα (γι αυτό τα κανονίζει αυτά η Ελευθερία), οπότε μπήκα στο κτίριο γνωρίζοντας απολύτως τίποτα για το τι είχε το πρόγραμμα.
Εκεί είδαμε για πρώτη φορά το υπόλοιπο γκρουπ και τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης, ο οποίος ξεκίνησε ευθύς αμέσως την ξενάγηση. Μας είπε πράγματα τα οποία μέσες-άκρες είχα ξανακούσει, αλλά μου έλυσε κάποιες απορίες για το πώς ακριβώς παράγεται η μπύρα.



Συνοπτικά, η γνώση που αποκόμισα ήταν πως η μπύρα γίνεται από βύνη, η οποία προέρχεται από το κριθάρι με κάποια ειδική επεξεργασία.Στο ζυθοποιείο χοντροκόβεται και μπαίνει σε ένα υγρό και ζεστό περιβάλλον, όπου φιλτράρεται, αναμιγνύεται με το λυκίσκο και μετά από κάποιες ακόμη διαδικασίες ζύμωσης εμφιαλώνεται.
Βέβαια, οι λεπτομέρειες είναι εκείνες που κάνουν τη διαφορά, όπως το ότι η συγκεκριμένη μπύρα ανήκει στο πολύ μικρό ποσοστό εκείνων που δεν παστεριώνονται για να μη χάσουν τα οργανοληπτικά τους χαρακτηριστικά ή το ότι εμφιαλώνεται η μπύρα υπό πίεση μέσα σε υπερσύγχρονο μηχάνημα, ώστε ο τελικός καταναλωτής να απολαμβάνει κάθε φορά το ίδιο προϊόν.



Δοκιμάζοντας στην αρχή βύνη σε ξηρή μορφή και μυρίζοντας αποξηραμένο λυκίσκο μας άνοιξε την όρεξη για τα μεζεδάκια που ακολούθησαν με συνοδεία μπύρας.Η μάρκα ονομάζεται Septem, δηλαδή Εφτά στα λατινικά, επειδή σκοπεύουν να έχουν μια μπύρα για κάθε μέρα της εβδομάδας. Προς το παρόν έχουν τρεις: Μια κόκκινη ale, μια pilsner και μια μπύρα με μέλι.




Αν και προσωπικά η μπύρα δε μου λέει πολλά σαν προϊόν (το κρασί μου λέει περισσότερα), βρήκα την κόκκινη αρκετά ενδιαφέρουσα και συμμετείχα στις αγορές της παρέας στα 30 μπουκάλια που φορτώσαμε στο πορτ-μπαγκάζ.



Αρκετοί ήταν εκείνοι που αγόρασαν κιβώτια από μπύρα και αμέσως μετά κατευθυνθήκαμε οδικώς προς το Κτήμα Αβαντίς.Το κτήμα το έχει ο Αποστόλης Μούντριχας με τη γυναίκα του Λένγκα, τους οποίους είχα γνωρίσει πριν από 5 χρόνια περίπου σε ένα σεμινάριο του Δημήτρη Χατζηνικολάου. Από εκεί γνώρισα και λάτρεψα το ροζέ του και το αγόραζα φανατικά για πολύ καιρό.Φτάνοντας στο κτήμα, μας περίμενε ο Αποστόλης, έτοιμος να μας ξεναγήσει αλλά και μας διδάξει για τα περί τρύγου και οινοποίησης. Όπως πάντα, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι απόλαυση να βλέπεις ανθρώπους που αγαπάνε αυτό που κάνουν να το εξηγούν, να μεταδίδουν τη γνώση τους και την αγάπη τους για το αντικείμενό τους.




Η ξενάγηση, μετά τα αμπέλια, συνεχίστηκε στην κάβα του κτήματος, όπου ωριμάζει το κρασί μέσα σε περίπου 100 βαρέλια σε συνθήκες που μας φάνηκαν πολικές σε σχέση με την ευχάριστη ζέστη του ευβοϊκού ήλιου.





Αλλά κάπου εκεί φτάσαμε στο βασικό κομμάτι που ήθελα, τη γευσιγνωσία.
Η Λένγκα μας προσέφερε τέσσερα διαφορετικά κρασιά του κτήματος. Ξεκίνησε με ένα Chardonnay, μετά μια μαλαγουζιά και μετά συνέχισε με δυο κόκκινα. Καθώς όμως εκείνα τα είχα ξαναδοκιμάσει, εγώ ξαναγέμισα ένα ποτηράκι με μαλαγουζιά, άραξα σε μια ξύλινη παλιά καρέκλα κάτω από ένα δένδρο και άρχισα να ρεμβάζω. Είναι ωραία η φύση όταν βρίσκεις το χρόνο να την απολαύσεις αντί να είσαι πίσω από έναν υπολογιστή.



Μερική ώρα αργότερα, το μόνο που άκουσα και βρήκα αρκετά ενδιαφέρον για να διακόψω την απόλαυση της θέας ήταν πως το φαγητό ήταν έτοιμο και πως περιείχε μανιτάρια, το αγαπημένο μου υλικό για μαγείρεμα.Μεταφερθήκαμε στην αυλή του κτήματος, σε ένα σκηνικό που προσωπικά έχω συνηθίσει να βλέπω σε ταινίες ευρωπαϊκού κινηματογράφου (και δε βλέπω πολλές), με τραπέζια στρωμένα σε ένα ηλιόλουστο πορτοκαλεώνα.
Η Λένγκα άρχισε να φέρνει τα πιάτα στο μπουφέ απ’ όπου πολύ γρήγορα σερβιριστήκαμε λίγο απ’ όλα: μανιτάρια με παστουρμά και μοτσαρέλα, κόκκορα κρασάτο, πράσινη σαλάτα με μια μανιάτικη συνταγή με κομματάκια χοιρινού, χοντρά μακαρόνια που συνηθίζονται στην Εύβοια, χοιρινή πανσέτα, σπιτική τυρόπιτα, ντολμαδάκια και άλλα καλούδια.
Παράλληλα, το κρασί έρεε άφθονο σε διάφορα μπουκάλια, κάνοντάς μας να νιώσουμε βασιλιάδες. Προσωπικά, ως κάποιος που σπάνια έχω την ευκαιρία να πεταχτώ για μια εκδρομή λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, εκείνο το απόγευμα βρήκα την τέλεια αναλογία μεταξύ νόστιμου φαγητού, καλού κρασιού, δροσερού κήπου κάτω από έναν ευχάριστο ήλιο και της τέλειας παρέας για κουβεντούλα.





Μετά από δυόμισι ώρες και δύο γενναίες μερίδες σπιτικού γιαουρτιού με νεραντζάκι, αγόρασα και 3 μπουκάλια Αβαντίς ροζέ που τόσο μου άρεσε και μπήκα στο τζιπ του Σπύρου. Για μερικά λεπτά με πήρε γλυκά ο ύπνος, κάτι που είχε χρόνια να συμβεί.
Παρά το πρωινό ξύπνημα, το τρέξιμο και το άγχος, η εκδρομή ήταν τόσο ανανεωτική που το βράδυ ήθελα να ξαναβγώ, αντί να νιώθω κουρασμένος.

Ευχαριστώ Wine Illusion Club!
από το Γιώργο Αναγνωστόπουλο (http://www.suit.gr)

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Δίνοντας αξία στην εμπειρία του φαγητού.

Το διήμερο 2 και 3 Φεβρουαρίου, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών θα φιλοξενήσει το 7ο διεθνές τουριστικό συνέδριο της πρωτοβουλίας IMIC, με θέμα την αξία της γαστρονομικής εμπειρίας και τη συμβολή της στη βελτίωση του ευρύτερου τουριστικού προϊόντος. Μεταξύ των ομιλητών ξεχωρίζουν ο Αλβέρτος Αρούχ, η Νταϊάνα Κόχυλα, ο Γιώργος Χατζηγιανάκης, ο Δημήτρης Μαυρίκος, ο Ντίνος Στεργίδης, ο Άρης Κεφαλογιάννης, ο Δημήτρης Ρουσσουνέλος, η Αγλαϊα Κρεμέζη, ο Αλέξανδρος Αγγελόπουλος κ.ά.
Για δηλώσεις συμμετοχής, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο!

http://imic2011.conferences.gr/index.php?id=5781&L=1

Τα Βοροινά 2011




Κάθε κρασί, ένα ταξίδι!

Τα 38 μέλη της Ένωσης Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Βορείου Ελλάδος, με τον νέο διακριτικό τίτλο «Οίνοι Βορείου Ελλάδος», προσκαλούν τους επαγγελματίες και φίλους του κρασιού στην εκδήλωση γευστικής δοκιμής κρασιών και αποσταγμάτων του βορειοελλαδίτικου αμπελώνα `Τα ΒορΟινά`, για ένα απολαυστικό ταξίδι οινογνωσίας.
Πρόκειται για την ετήσια θεσμοθετημένη εκδήλωση της Ένωσης στην Αθήνα που φέτος πραγματοποιείται για 7η συνεχή χρονιά στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, στην Πλατεία Συντάγματος, τη Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011.
Οι επισκέπτες της εκδήλωσης, θα συναντήσουν τους ίδιους τους οινοπαραγωγούς-μέλη της «Οίνοι Βορείου Ελλάδος», θα δοκιμάσουν τα Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε. λευκά, ροζέ, ερυθρά φρέσκα και παλαιωμένα κρασιά του βορειοελλαδίτικου αμπελώνα, πειραματικές ετικέτες, κρασιά του τρύγου 2010 και αμπελοοινικά αποστάγματα.
Οι επισκέπτες θα έχουν ακόμη την ευκαιρία να ενημερωθούν για το οινοτουριστικό δίκτυο των `Δρόμων του Κρασιού της Βορείου Ελλάδος` και τα επισκέψιμα οινοποιεία που μπορούν να γνωρίσουν από κοντά σε κάποιο οινογευστικό ταξίδι στη Βόρεια Ελλάδα.

Ώρες λειτουργίας της εκδήλωσης:
12:00-18:00 Επαγγελματίες (με πρόσκληση)
18:00-22:00 Οινόφιλο κοινό (είσοδος 5 ευρώ)
Αίθουσα Grand Ballroom

Παράλληλα, θα πραγματοποιηθεί φέτος για πρώτη φορά, διαγωνισμός γευσιγνωσίας μονοποικιλιακών κρασιών των μελών της «Οίνοι Βορείου Ελλάδος», για το κοινό.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να δηλώσουν τη συμμετοχή τους στο Διαγωνισμό έως τις 21/01/11, στα τηλέφωνα: 2310 281617 & 2310 281632 και στο info@wineroads.gr. Λόγω περιορισμένου αριθμού συμμετοχών θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Η γευσιγνωσία για τον Διαγωνισμό θα μπορεί να πραγματοποιηθεί από τους συμμετέχοντες μεταξύ 17:00 και 19:00, στην αίθουσα «Royal Room» του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία.
Θα ακολουθήσει τελετή βράβευσης για τους διακριθέντες, με βραβείο μεγάλες συσκευασίες κρασιών των μελών της «Οίνοι Βορείου Ελλάδος».

Επικοινωνία: Οίνοι Βορείου Ελλάδος
Τηλ.: 2310 281617 και 2310 281632, email: info@wineroads.gr www.winesofnorthgreece.gr

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ…

Μία ενδιαφέρουσα όσο και χαλαρή οινική βραδιά.

Ήμασταν λίγοι (6 όλοι κι όλοι) μα εκλεκτοί, με κοινό χαρακτηριστικό την βαριάς μορφής «αρρώστια» με το κρασί. Η δοκιμή δεν είχε συγκεκριμένο αντικείμενο και αυτό συνέβαλε στο να απολαύσουμε μάλλον παρά να «δοκιμάσουμε» με την αυστηρή έννοια του όρου τα κρασιά (η αλήθεια είναι ότι ακόμα περιμένω εκείνο το πτυελοδοχείο που ζήτησα στην αρχή της δοκιμής…και μάλλον τελικά δε μου έλειψε και πολύ).
Έξι ήταν και τα κρασιά που τελικά «δοκιμάσαμε» (αρχικά ήταν να δοκιμάσουμε «μόνο» πέντε), οπότε οι συνέπειες της απουσίας πτυελοδοχείου έγιναν αισθητές προς το τέλος όπου η ατμόσφαιρα έγινε κάτι παραπάνω από χαλαρή και η διάθεση χτύπησε κόκκινο.
Έξι κρασιά λοιπόν : 2 από τη Νέα Ζηλανδία, 2 από τις Η.Π.Α., 1 από τη Νότια Αφρική και 1 από την Ιταλία (το μοναδικό που εκπροσώπησε- δυστυχώς όχι επάξια- τον παλαιό κόσμο), και ένα γαλλικό τυρί (Valencay).

ΤΑ ΚΡΑΣΙΑ

Ξεκινήσαμε με το μοναδικό λευκό της δοκιμής, το SPY VALLEY RIESLING 2004 από την φημισμένη κυρίως για τα Sauvignon Blanc της, περιοχή του Marlborough της Νέας Ζηλανδίας. Πρόκειται για ένα κρασί που έχω δοκιμάσει αρκετές φορές, κυρίως από τη συγκεκριμένη σοδειά αλλά κάθε φορά καταφέρνει να με εκπλήξει ευχάριστα. Η συγκεκριμένη φιάλη επιβεβαίωσε τόσο τις δυνατότητες παλαίωσης του Riesling ως ποικιλίας, όσο και την ικανότητα του πώματος τύπου Stelvin να εξασφαλίζει στο περιεχόμενο της φιάλης μία αργή και ομαλή πορεία παλαίωσης, όπου τα τριτογενή αρώματα αναπτύσσονται σιγά-σιγά ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η φρεσκάδα του φρούτου. Το χρώμα ήταν αρκετά βαθύ και λαμπερό κίτρινο με χρυσαφιές αποχρώσεις. Στη μύτη, πολύ ελκυστικά αρώματα κομφί λεμονιού και λάϊμ συνυπάρχουν με ορυκτά όπως πετρόλ και τριτογενή τρούφας, μελιού και κηρύθρας. Το στόμα ήταν μέσου βάρους, με αισθητή γλυκύτητα (αντίστοιχη ενός γερμανικού halbtrocken) και απόλυτα εξισορροπητική οξύτητα. Μακρά επίγευση. Πιθανά στο καλύτερο σημείο εξέλιξής του. Ο συνδυασμός με το τυρί Valencay ήταν εξαιρετικός.Βαθμός: 90/100
Δεύτερο κρασί το νοτιοαφρικάνικο BOUCHARD-FINLAYSON HANNIBAL 2007, ένα ασυνήθιστο blend ιταλικών και γαλλικών ερυθρών ποικιλιών από ένα οινοποιείο-καρπό της συνεργασίας του φημισμένου Βουργουνδού παραγωγού Bouchard με τον Νοτιοαφρικανό Finlayson. Βαθύ ρουμπινί με έντονο κεράσι, ευκάλυπτο, καμφορά και λίγα μπαχαρικά, σε ένα συνδυασμό που παρέπεμπε σε στοματικό διάλυμα, και τις χαρακτηριστικές ζωικές νότες των ερυθρών κρασιών της Νότιας Αφρικής να περιορίζονται στο φόντο. Μέσου βάρους στόμα με μαλακές τανίνες, καλό φρούτο, εξισορροπητική οξύτητα και μέσης διάρκειας επίγευση.Βαθμός: 87/100
Ακολούθησε το DUCA BORTINI DI MONTEBELLO AMARONE DELLA VALPOLICELLA 2002, από την περιοχή του VENETO της Ιταλίας. Δυστυχώς, η κακή φήμη της συγκεκριμένης χρονιάς επιβεβαιώθηκε στην πράξη: το κρασί, παρόλο τον πλούτο και την τυπική πληθωρικότητα που χαρακτηρίζει τα AMARONE, παρουσίαζε εμφανή σημάδια κούρασης.Βαθμός: 81/100
Από εδώ και μετά τα πράγματα σοβάρεψαν. Επόμενο κρασί, ένα δυσεύρετο στην Ελλάδα –ίσως και στην Ευρώπη- Pinot Noir από την περιοχή της Sonoma της California των Η.Π.Α.: HARTFORD FAMILY PINOT NOIR ARRENDELL VINEYARD, RUSSIAN RIVER VALLEY 2002. και πάλι από την -εξαιρετική για την California σε αντίθεση με την Ιταλία- χρονιά του Σκούρο ερυθρό με κεραμιδιές νύξεις, εκρηκτική μύτη με raspberry, κόκκινο κεράσι, βότανα όπως βασιλικό και μπαχαρικά, ακολουθούμενη από ένα πυκνό για την ποικιλία στόμα με πολύ πλούσιο φρούτο, βελούδινες τανίνες, εξισορροπητική οξύτητα και πολύ μεγάλης διάρκειας επίγευση. Ηδονιστικό κρασί, πιθανά στο ιδανικό σημείο εξέλιξης.Βαθμός: 93/100
Τελευταίο της προγραμματισμένης δοκιμής –αλλά προτελευταίο της πραγματικής- ένα αριστουργηματικό μπορντωλέζικο χαρμάνι από το νησί Waiheke της Νέας Ζηλανδίας: STONYRIDGE VINEYARD LAROSE 2006. Χρώμα: βαθύ πορφυρό. Αρώματα που παραπέμπουν άμεσα σε ένα grand cru classè του Pauillac: μελάνι, γραφίτης, κέδρος και μικρά μαύρα φρούτα. Μέσου βάρους στόμα με εκπληκτική δομή και φινέτσα που χρειάζεται χρόνο στη φιάλη για να ξετυλίξει τον καλύτερό του εαυτό. Έντονες τανίνες, καλό φρούτο, υψηλή οξύτητα και μεγάλης διάρκειας επίγευση. Είναι η δεύτερη φορά που το δοκιμάζω με ίδιες εντυπώσεις.Βαθμός: 95/100
Εδώ θα είχε κανονικά τελειώσει η βραδιά αν ο πάντοτε ανήσυχος οινόφιλος Ν.Ν. δεν αποφάσιζε να κάνει το προσωπικό του κελάρι κατά ένα ακόμη Pinot Noir φτωχότερο (ναι, δικό του ήταν και το Hartford Family), προσφέροντάς μας ένα άκρως δυσεύρετο DOMAINE DROUHIN OREGON PINOT NOIR 1998. Σαφώς πιο εξελιγμένο αλλά και πιο κοντά στο Βουργουνδιανό μοντέλο από απόψεως στυλ σε σχέση με το Καλιφορνέζικο ξαδερφάκι του, με έντονα ζωικά και τριτογενή αρώματα, λιγότερο φρούτο και πιο αισθητή οξύτητα, δίχασε την ομήγυρη σχετικά με το ποιο από τα δύο ήταν «καλύτερο». Όπως φαίνεται και από τις βαθμολογίες (που είναι εντελώς προσωπικές και δεν αντικατοπτρίζουν τη συνολική εντύπωση-εκτίμηση της ομήγυρης), εμένα με κέρδισε ο γενναιόδωρος και ηδονικός χαρακτήρας του Καλιφορνέζικου Pinot Noir. Βαθμός: 89/100
Άντε και εις άλλα με υγεία, της οικονομικής κρίσης επιτρέπουσας.

Γιάννης Παπαδάκης

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Το «Σκοτεινό Κελάρι» ενός φωτεινού προσώπου.


«Σκοτεινό Κελάρι»,Μαρία Τζίτζη.(Καθηγήτρια και φίλη μου)

Έχω ομολογήσει ότι η αστυνομική λογοτεχνία δεν είναι η αδυναμία μου.
Κάτι όμως παλιότερα με τα μυθιστορήματα του Ζαν-Κλωντ Ιζό, εκείνο για παράδειγμα το εξαίσιο «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας»,κάτι πέρυσι με το δυνατό «Η Μνήμη της Πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου, κάτι τώρα με το ευρηματικό «Σκοτεινό Κελάρι» της Μαρίας Τζίτζη από τις εκδόσεις Τσουκάτου, αρχίζω να τις βλέπω τις αστυνομικές αναγνώσεις με άλλο μάτι! Όταν δηλαδή είναι καλογραμμένες, ξεφεύγουν από τα κλισέ ,δεν φλυαρούν, έχουν κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές αναφορές και η μυθοπλασία τους στήνεται προσεκτικά από τον συγγραφέα χωρίς εμείς οι ταλαίπωροι να κυνηγάμε απλώς χαζοχαρούμενα τον δολοφόνο παιδεύοντας τις σελίδες και το κεφάλι μας, τότε, ναι, γίνομαι υπέρμαχος του είδους! Η Τζίτζη είναι οινολόγος η ίδια. Φτιάχνει λοιπόν ένα περιβάλλον για την εξέλιξη της ιστορίας της που το γνωρίζει πολύ καλά άρα το περιγράφει άριστα και μου κίνησε το ενδιαφέρον από τις πρώτες κιόλας σελίδες βάζοντάς με σε έναν κόσμο που δεν τον συναντάς συχνά ως φόντο γραφής και με άμεση συνέπεια να δημιουργώ την μια εικόνα δράσης μετά την άλλη, πότε στην Σαντορίνη, πότε στο οινολογικό εργαστήριο στην Γαλλία, άλλοτε σε χρόνο παρόντος, άλλοτε πηγαίνοντάς με στις απαρχές της ιστορίας και στο παρελθόν ανθρώπων, που η συμμετοχή τους στην διαμόρφωση της πλοκής είναι πολύ σημαντική.Εναλλαγές δηλαδή ακατάπαυστες, εντάσεις, στακάτες περιγραφές των συναισθημάτων των ηρώων με βοηθητική παράθεση παλιών ιστοριών που οι πληγές που άφησαν δεν έχουν κλείσει, συνεχές μυστήριο και σασπένς χωρίς υπερβολές και λεκτικές φανφάρες σε τρεις τουλάχιστον παράλληλες υπο-ιστορίες σχέσεων των πρωταγωνιστών μέσα στην βασική, που είναι βέβαια ο εντοπισμός του τρόπου διακίνησης διαμαντιών μέσα από μεγάλες οινολογικές μονάδες και του ρόλου κάποιων αδίστακτων στο κυνήγι του χρήματος. Πίσω όμως από αυτό-και το αναγνωρίζω στην συγγραφέα ως σαφή ικανότητα - διαβλέπει ο αναγνώστης και την μοναξιά των ηρωίδων, την δύναμη ή την αδυναμία τους να σταθούν στο ύψος των εκάστοτε περιστάσεων, την κατάληξη της σχέσης τους που έτσι κι αλλιώς, όντας δίδυμες, είναι εξ ορισμού δύσκολη και περίεργη.
Ο αναγνώστης κατανοεί πώς ακριβώς χωρίζουν οι δρόμοι τους, γιατί και τι γίνεται στην ζωή της καθεμιάς,ποιές αντοχές τους χτίζονται και ποιές καταρρέουν και συμπαρασύρουν κι άλλους ,που σχετίζονται μαζί τους διότι για μια ακόμη φορά τι τα προκαλεί όλα; H ανθρώπινη φύση με τα πάθη της που ζυμώνονται σαν τους πιο σπάνιους και εκλεκτούς οίνους με προσοχή, με την υποστήριξη της τεχνολογίας και της γνώσης αλλά δεν καταλήγουν πάντα να αγγίζουν την ποθούμενη τελειότητα. Εννοείται ότι δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, δεν αποκαλύπτω ποτέ τα κλειδιά ενός κειμένου διότι πιστεύω ότι στερώ από τον αναγνώστη την ικανοποίηση, ειδικά όταν το βιβλίο είναι καλό, να τα βρει ο ίδιος κατά την ανάγνωση. Και η Μαρία Τζίτζη-η οποία έχει γράψει ήδη ένα εξαιρετικό οινολογικό βιβλίο και επιχειρεί τώρα και πετυχαίνει να κάνει καλή, ποιοτική αστυνομική λογοτεχνία με τούτη το πρώτη της αμιγώς λογοτεχνική προσπάθεια- αξίζει να τύχει της προσοχής μας.

Βιβή Γ.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά και για το Oktoberfest.


Η μυρωδιά της χυμένης μπίρας ήταν πάντα μεγάλο πρόβλημα στο Oktoberfest, το μεγάλο φεστιβάλ μπίρας του Μονάχου. Φέτος, όμως, η δυσοσμία εξαφανίζεται χάρη σε ένα κοκτέιλ μικροβίων που απλώνεται στο πάτωμα και «τρώει» τα υπολείμματα. Το κοκτέιλ «είναι ο πιο φυσικός τρόπος για την επεξεργασία οργανικών απορριμμάτων» δήλωσε ο Χούμπερτ Χακλ, προμηθευτής καθαριστικών για το Oktoberfest εδώ και 28 χρόνια. Το προϊόν είναι ένα καφετί υγρό με μυρωδιά χώματος, το οποίο απλώνεται στις ξύλινες σανίδες του πατώματος. Τα μικρόβια ποτίζουν το πάτωμα, κυλούν μαζί με τη μπίρα ανάμεσα στις χαραμάδες και τελικά φτάνουν στο χώμα. Αυτό που απομένει είναι ένα φυσικό λίπασμα για το γρασίδι που θα φυτρώσει την άνοιξη». Τα τελευταία δύο χρόνια, το κοκτέιλ δοκιμάστηκε στο Hofbräu-Festzelt, τη μεγαλύτερη από τις σκηνές του Oktοberfest, με χωρητικότητα 9992 ατόμων. Το καθαριστικό αποδείχθηκε αποτελεσματικό και αποφασίστηκε η μαζική πια χρήση του. To φετινό Oktoberfest ξεκίνησε το Σάββατο και θα διαρκέσει έως τις 4 Οκτωβρίου.

Sassicaia εναντίον Ornellaia.

Κακά τα ψέματα, για πολλούς από εμάς η μεγάλη στιγμή και η μεγάλη προσμονή της εκδρομής ήταν η επίσκεψη – την ίδια ημέρα μάλιστα – σε δύο από τις κορυφαίες οινοποιίες της Τοσκάνης αλλά και της Ιταλίας εν γένει:
Την Tenuta San Guido που παράγει την Sassicaia και την Tenuta dell’ Ornellaia που παράγει την…Ornellaia και το Masseto. Η φήμη και των δύο κτημάτων είναι τεράστια παγκοσμίως. Η ιστορία τους είναι λίγο-πολύ γνωστή στους οινόφιλους και τα κρασιά τους – για τους τυχερούς που τα έχουν δοκιμάσει – αποτελούν αντικείμενο διθυραμβικών σχολίων και αλησμόνητων απολαύσεων.Τα δύο κτήματα αυτά ενώ βρίσκονται ποιοτικά και γεωγραφικά τόσο κοντά το ένα στο άλλο, έχουν τέτοιες διαφορές στη φιλοσοφία και το στυλ και προσφέρονται για μια κατ’ αντιπαράθεση παρουσίαση.
Για αρχή, δυο λόγια για την ιστορία τους δεν βλάπτουν.
Ας αρχίσουμε από την Tenuta San Guido που είναι και η παλαιότερη.
Το 1930 ο μαρκήσιος Mario Incisa della Rochetta από το Piemonte παντρεύτηκε την Clarice della Gherardesca κληρονόμο του κτήματος San Guido στο Bolgheri και αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί.
Εμπνεόμενος από την αγάπη του για τα κρασιά του Μπορντώ αλλά και από τον προπάππο του Leopoldo συγγραφέα ενός σημαντικού καταλόγου των Ιταλικών οινοποιήσιμων ποικιλιών, αποφάσισε να φυτέψει στο κτήμα Cabernet Sauvignon και να φτιάξει ένα κρασί εφάμιλλο των μεγάλων του Μπορντώ.Η ποικιλία δεν είχε ξαναφυτευτεί στην Ιταλία, αλλά ο μαρκήσιος θεώρησε ότι υπάρχει ομοιότητα στο κλίμα και το πετρώδες έδαφος του Bolgheri αυτό της περίφημης περιοχής Graves στο Μπορντώ όπου παράγεται το σπουδαίο Haut Brion. (Graves στα γαλλικά σημαίνει χαλίκι και το όνομα που έδωσε ο ίδιος στο κρασί του, Sassicaia, σημαίνει τόπος με χαλίκια.). Στην αρχή το κρασί προοριζόταν για προσωπική κατανάλωση, αλλά η ποιότητά του ήταν τέτοια που φίλοι και γνωστοί – ιδιαίτερα τα ξαδέλφια του της μεγάλης οικογένειας οινοποιών Antinori, τον παρότρυναν να το κυκλοφορήσει εμπορικά. Η πρώτη σοδειά που κυκλοφόρησε ήταν το 1968 και το κρασί προκάλεσε επανάσταση τόσο για την ποιότητά του, όσο και για το γεγονός ότι ήταν φτιαγμένο από γαλλικές ποικιλίες, πράγμα που ο νόμος δεν αναγνώριζε ως κρασί ποιότητας. Η επανάσταση αυτή προκάλεσε την εμφάνιση μιμητών οι οποίοι προσπάθησαν να φτιάξουν κρασιά στην περιοχή της Τοσκάνης από γαλλικές ποικιλίες. Αυτά ονομάστηκαν από τους αμερικάνους κριτικούς Super Tuscans και σύμφωνα με τη νομοθεσία χαρακτηρίζονταν απλώς επιτραπέζιοι οίνοι, αφού δεν ήταν φτιαγμένα από τις προτεινόμενες ποικιλίες. Σε ποιότητα όμως ήταν ανώτερα των περισσοτέρων κρασιών με ονομασία προέλευσης.



Το άλλο κτήμα, η Ornellaia, ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας του ξαδέρφου των Incisa della Rochetta, Lodovico Antinori να φτιάξει και αυτός ένα Super Tuscan. Οι πρώτες σοδειές κυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και τα κρασιά Ornellaia και Masseto προκάλεσαν αίσθηση. Ενώ όμως το κτήμα San Guido παραμένει στα χέρια της οικογένειας della Rochetta, η Tenuta Ornellaia πωλήθηκε το 2002 στην αμερικανική οικογένεια Mondavi. Αυτοί, με μια κίνηση που προκάλεσε ποικίλα σχόλια και τη δυσφορία και πικρία του Lodovico Antinori, σχεδόν αμέσως την ξαναπούλησαν στην οικογένεια των ανταγωνιστών των Antinori, τους Frescobaldi.



Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και προς επιβράβευση της σταθερής και ποιοτικής πορείας των δύο Super Tuscans, αλλά και των άλλων Super Tuscans,τους αποδόθηκε από το νόμο ο χαρακτηρισμός DOC, δηλαδή Ελεγχόμενη Ονομασία Προέλευσης “DOC Bolgher”. Στην Sassicaia μάλιστα αποδόθηκε δική της ονομασία προέλευσης “DOC Sassicaia Bolgheri”, καθιστώντας την το μοναδικό κτήμα στην Ιταλία που έχει ονομασία προέλευσης με το όνομα του κτήματος. Ας δούμε όμως πως ήταν και η δική μας εμπειρία σε αυτά τα κήματα, τη μαγική δεύτερη μέρα του Ιουλίου που τα επισκεφτήκαμε από κοντά. Ξεκινήσαμε πρωί από τη Φλωρεντία και πήραμε το δρόμο για τη Maremma περνώντας μέσα από ειδυλλιακά τοσκανέζικα τοπία για να φτάσουμε στο Bolgheri και τον εντυπωσιακό επαρχιακό δρόμο με τα κυπαρίσσια φυτεμένα από τη μια και την άλλη μεριά του δρόμου σε μήκος 5 χιλιομέτρων, τα οποία έχει υμνήσει ο τοπικός ποιητής Carducci. Τα πράγματα δεν έδειχναν να είναι άσχημα.
Το πρώτο ραντεβού ήταν στο οινοποιείο της Sassicaia. Μέσα σε ένα περιφραγμένο κτήμα, όχι πολύ μεγάλων διαστάσεων με ένα περιποιημένο κήπο με γκαζόν και τριαντάφυλλα βρισκόταν ο χώρος υποδοχής και το κελάρι. Μοντέρνο κτήριο με τούβλο και γυαλί, περισσότερο χρηστικό πάρα φτιαγμένο για να εντυπωσιάσει. Εκεί μας υποδέχτηκε η ξεναγός όπου μας περιέγραψε ακούραστα και εξονυχιστικά την ιστορία και την φιλοσοφία της εταιρείας.
Ο χώρος ήταν απλός με ένα μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι στη μέση της αίθουσας και τα – ισόγεια – κελάρια δεξιά και αριστερά μας να χωρίζονται από την αίθουσα υποδοχής από γυάλινες επιφάνειες έτσι ώστε να μπορεί κανείς να τα δει και από κει. Αυτό που μας έκανε αμέσως εντύπωση ήταν η παλαιότητα των βαρελιών. Έχοντας συνηθίσει σε επισκέψεις μας ακόμα και σε μικρούς Έλληνες παραγωγούς να βλέπουμε πληθώρα νέων βαρελιών, ξαφνιαστήκαμε! Μας εξήγησε η ξεναγός ότι η φιλοσοφία του κτήματος – σε αντιδιαστολή με αυτήν άλλων κτημάτων της περιοχής (και ο νοών νοείτο)– δεν είναι να φτιάχνει πληθωρικά έντονα φρουτώδη κρασιά που τα καπελώνει το άρωμα της βανίλιας από τη δρυ.



Έπειτα επισκεφθήκαμε τον χώρο οινοποίησης – εδώ και αν ήταν ταπεινός και …Ένα παλιό υποστατικό, με δεξαμενές σχετικά παλιάς τεχνολογίας , λίγο ακατάστατος και με κανένα τρόπο υπόδειγμα καθαριότητας ( μήπως πρέπει κάτι να είναι λίγο βρώμικο για να είναι νόστιμο;!). Πετύχαμε τους υπαλλήλους, οι οποίοι ξαφνιάστηκαν από την παρουσία μας να κολλούν με το χέρι ετικέτες σε μεγάλα μεγέθη φιαλών – τα οποία κάποιοι από μας δεν αντιστάθηκαν να αγγίξουν προκαλώντας τα άγρια βλέμματα των εργαζομένων!



Με τα πολύ όμορφα πιάτα των αλλαντικών και τυριών που μας πρόσφεραν στην όμορφη καντίνα τους δοκιμάσαμε τα τρία κόκκινα κρασιά που παράγει το κτήμα. Πρώτο ήταν το Le Difese της σοδειάς του 2008, η μόνη πρόταση του κτήματος που περιέχει το τοπικό Sangionese σε ποσοστό 30%, το υπόλοιπο είναι Cabernet.Το κρασί ήταν ζωηρό ρουμπινί στον χρώμα, στη μύτη θύμιζε κόκκινα φρούτα σαν το κεράσι αλλά είχε και νότες γλυκόπικρες σαν την φλούδα του πορτοκαλιού. Η αίσθηση του ξύλου ήταν έντονη, χωρίς όμως να καπελώνει το φρούτο. Στο στόμα ο όγκος ήταν μεσαίου βάρους και οι τανίνες ήταν χοντρό-κοκκες. Η γεύση του ήταν πλούσια και είχε καλή δομή και οξύτητα. Οι κυρίαρχες γεύσεις ήταν φρούτων κερασιού, δαμάσκηνου, δέρματος και πράσινου τσαγιού. Ένα άριστο κρασί για αρχή. Στη συνέχεια δοκιμάσαμε το Guidalberto – Guidalberto ήταν ο άλλος προπάππος που φύτεψε τα κυπαρίσσια. Κι εδώ το χρώμα ήταν ρουμπινί και η μύτη θύμιζε πάλι κόκκινα φρούτα αλλά εδώ είχαμε και γλυκά μπαχάρια. Αυτό το κρασί ήταν πολύ νέο ακόμα. Στο στόμα ήταν πιο σκληρό μιας και οι τανίνες του ως πιο ρωμαλέες θέλουν πιο πολύ χρόνο για να μαλακώσουν. Τα αρώματα στο στόμα ήταν φρέσκου δαμάσκηνου, κέδρου χαρακτηριστικού του Cabernet καθώς και νότες μελανιού. Παρόλη τη νεότητά του ήταν δροσιστικό και απολαυστικό. Αφού δοκιμάσαμε και αυτό το όμορφο κρασί ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε και τη Sassicaia – την "Πετρόεσσα" Η σοδειά ήταν του ’07. Νέο θα ήταν το κρασί ακόμα, αλλά η προσμονή να το δοκιμάσουμε μεγάλη! Η μύτη αυτού του κρασιού το ξεχώριζε αμέσως από τα προηγούμενα. Εδώ υπήρχε μια έντονη ευγενική φυτικότητα, χαρακτηριστική του Cabernet Franc που συνοδεύει το ξαδελφάκι του Sauvignon σε ποσοστό 15%. Αρώματα δαμάσκηνου και κόκκινων φρούτων και γλυκών μπαχαρικών όπως κανέλα, γαρύφαλλο και κρέμα βανίλια κυριαρχούσαν στο γεμάτο άριστης ποιότητας αλλά λίγο νέες ακόμα τανίνες. Χαρακτηριστικά πίσσας και ορυκτών όπως γραφίτη ολοκλήρωναν το αρωματικό μπουκέτο που είχε μια – θα τολμούσα να πω ‘χωριάτικη’ ευγένεια. Και εδώ θέλω να σταθώ γιατί αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει το μεγαλείο σε αυτό το κρασί. Λέγοντας ‘χωριάτικη’ εννοώ ότι το κρασί αυτό δίνει άμεσα την αίσθηση ενός αγροτικού προϊόντος – δεν ‘φωνάζει’ για να εντυπωσιάσει – η δύναμη του είναιστην φυσικότητα, στην λεπτότητά του και στην ιδιότητά του να θυμίζει…κρασί και όχι γλυκό χυμό φρούτων. Είναι ένα κρασί που εύκολα ένας αμύητος στο χώρο του κρασιού μπορεί να προσπεράσει. Δεν είναι η ένταση του αρωματικού του πλούτου, αλλά η φινέτσα και η πολυπλοκότητά του (η οποία σε μια τόσο πρόσφατη σοδειά ίσα που έχει αρχίσει να δείχνει τις δυνατότητες εξέλιξης της) και η λεπτότητά του που το καθιστά ιδανικό σύντροφο για τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να γίνεται μπουχτιστικό.



Έπειτα ήρθε η σειρά του κτήματος Ornellaia. Εδώ οινοποιείο και κτήματα βρίσκονταν στο ίδιο – τεράστιο είναι η αλήθεια κτήμα. Εντύπωση εδώ προκαλούσε η τάξη και η καθαριότητα που επικρατούσε παντού. Μια αυλόπορτα που οδηγούσε σε ένα δρόμο φυτεμένο με “Ornellaies” άνοιξε για να περάσει το λεωφορείο μας – αν θυμάστε τη σκηνή,υπάρχει στην ταινία Mondovino. Αριστερά από την είσοδο βρισκόταν ένα συγκρότημα από δύο ή τρεις όμορφες οι πολυτελείς εξοχικές κατοικίες μέσα σε έναν άψογα φροντισμένο κήπο με γρασίδι και τριανταφυλλιές. Αυτές χρησιμεύουν για την υποδοχή των επισκεπτών, τώρα ποιος μένει μόνιμα εκεί δεν ξέρω. Αν υποψιαστώ όμως ότι εκεί μένουν οι φύλακες του κτήματος, θα σκεφτώ πολύ σοβαρά να μάθω ιταλικά και να αλλάξω επαγγελματική καριέρα. Στην αυλή της μιας κατοικίας ήταν στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα δυο τραπέζια για εμάς – δίπλα σε έναν μπουφέ με λαχταριστές νοστιμιές. Για λίγο βιώσαμε την αίσθηση να ζούμε στη ‘Δυναστεία’ ή κάτι τέτοιο.Προτού όμως καθίσουμε να γευματίσουμε, με το λεωφορείο επισκεφτήκαμε τον χώρο οινοποίησης. Ένας δρόμος με λεβάντες οδηγούσε στην είσοδο ενός μοντέρνου σχεδιασμού κτηρίου. Εδώ η επιθυμία για εντυπωσιασμό, σε αντίθεση με την ‘ταπεινή’ Sassicaia, ήταν εμφανής. Στην είσοδο έργα τέχνης ενός καλλιτέχνη που κάθε χρόνο αλλάζει κοσμούσαν το χώρο. Πολλαπλά επίπεδα οδηγούσαν στις δεξαμενές και στον χώρο παλαίωσης. Μοντέρνα αρχιτεκτονική, χώροι απόλυτα καθαροί και γυαλισμένοι καιαίθουσες που θύμιζαν περισσότερο προθήκες παρά …αποθήκες. Τα βαρέλια εδώ ήταν καινούργια και καλλιτεχνικές φωτογραφίες του κτήματος και των αμπελιών στόλιζαν τους τοίχους. Είπαμε τα δυο κτήματα έχουν διαφορετικές φιλοσοφίες και αυτά αντικατοπτρίζονται σε κάθε τι, από τους χώρους μέχρι το κρασί όπως θα δούμε. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω κάτι που είπε ο Piero Antinori για τον αδελφό του Lodovico, στην Ornellaia λέει ‘προσπαθούσε να αποδείξει κάτι, εγωισμός με την καλή έννοια’.‘Με την καλή έννοια’, λέει ο αδελφός για τον αδελφό, αλλά παρόλα αυτά ‘εγωισμός’. Περισσότερα για αυτό στο site του περιοδικό Decanter:http://www.decanter.com/people-and-places/wine-articles/485670/ludovico-and-piero-antinori-decanter-interview



Πίσω τώρα στο τραπέζι. Αυτό που μου έκανε εμένα μεγάλη εντύπωση ήταν τα κεράσια που είχαν αφήσει στο κέντρο των τραπεζιών, έτσι για να μας δροσίσουν– σαν καλωσόρισμα -επάνω στα φύλλα τους όμορφα στημένα. Ε, λοιπόν αυτάήταν τα πιο όμορφα και υγιή σε εμφάνιση κεράσια που έχω δει ποτέ στη ζωή μου! Επίσης ήταν τέλεια ωριμασμένα, γλυκά και λαχταριστά. Φυσικάπροέρχονταν από το κτήμα. Τώρα θέλω να σκεφτείτε, αν τα κεράσια τους είναι τόσο λαχταριστά, πόσο λαχταριστά πρέπει να είναι τα σταφύλια που φτιάχνουν το διάσημο κρασί τους. Ο διάσημος παραδοξολόγος Oscar Wilde λέει για το κάπνισμα πως είναι τέλεια απόλαυση, είναι λαχταριστό και σε αφήνει πάντοτε ελαφρώς ανικανοποίητο. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θέλω να παρουσιάσω προκειμένου να παρουσιάσω τη φιλοσοφία της Ornellaia και να την αντιδιαστείλω με αυτήν της Sassicaia.Είπα πιο πάνω ότι η Sassicaia παρουσιάζει μια ‘χωριάτικη’ αρχοντιά – ε, λοιπόν εδώ το χαρακτηριστικό είναι η πολυτέλεια και η άμεμπτη καθαριότητα,στην οποία αν προσπαθούσαμε να της δώσουμε ένα αρνητικό χαρακτηρισμό – είναι δύσκολο βέβαια! – θα την λέγαμε ελαφρώς αποστειρωμένη. Το κτήμα της Ornellaia, οι επαυλεις, τα αμπελοτόπια, η οινοποιεία είναι όλα άμεμπτα. Τα διακοσμητικά φυτά είναι τα πιο εύρωστα, τα πιο καλοκλαδεμένα και τα πιο υγιή σε εμφάνιση που έχω ποτέ δει. Έχει όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη ένα χαρακτήρα πιο απρόσωπο απ’ ότι το κτήμα του San Guido όπου το οινοποιείο μύριζε κρασί και είχε σχεδιαστεί με γνώμονα την πρακτικότητα και λιγότερο την εμφάνιση.
Ας δούμε όμως και τα κρασιά που δοκιμάσαμε και το πώς η φιλοσοφία του κτήματος αντικατοπτρίζεται σε αυτά. Το Le Volte 2008, το τρίτο κρασί του κτήματος μίγμα Sangiovese με Cabernet Sauvignon και Merlot, ήταν το πρώτο που δοκιμάσαμε. Ένα πολύ σκούρο κρασί με ιώδεις αποχρώσεις και αρκετά πλούσιο σώμα, με πληθωρικά αρώματα κόκκινων φρούτων και γλυκών μπαχαρικών και έντονη την παρουσία της βανίλιας από τη χρήση του βαρελιού, μοντέρνο και εύγευστο. Έπειτα δοκιμάσαμε τη δεύτερη ετικέτα, την Le Serre Nuove dell’Ornellaia, κρασί με την ίδια ποικιλιακή σύνθεση με την Ornellaia αλλά με χρήση σταφυλιών από τα νεότερα αμπέλια του κτήματος. Είναι φτιαγμένο από ποικιλίες του Μπορντώ χωρίς καθόλου Sangiovese και η χρονιά του ήταν το 2007. Και εδώ ο χαρακτήρας ήταν παρόμοιος με το προηγούμενο κρασί, ήταν ένα σκουρόχρωμο και πληθωρικό κρασί αλλά η αρωματική ένταση και το γευστικό βάθος ήταν σε ένα άλλο επίπεδο. Καλή προθέρμανση για τη δοκιμή της ίδιας της Ornellaia! Και εδώ να θυμίσω τη…ζέστη που έκανε εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου την οποία οι αλκοολικοί βαθμοί των κρασιών επέτειναν επικίνδυνα… Δεν έχεις όμως την
ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή να δοκιμάσεις αυτά τα κρασιά, οπότε ας σταματήσω να γκρινιάζω! Η στιγμή έφτασε λοιπόν να μας σερβίρουν και την Ornellaia. Και αυτή, όπως και οι Serre Nuove ήταν της σοδειάς του ’07. Το χρώμα εδώ ήταν σκούρο πορφυρό, μωβ σχεδόν αδιαπέραστο. Το κρασί ήταν πάρα πολύ νέο, η συμπύκνωση του ήταν τεράστια και η δομή του τέτοια που δείχνει ότι έχει σπουδαίο μέλλον – η χρονιά του 2007 για την Τοσκάνη ήταν….. –Αν και στο δρόμο για το οινοπείο είδαμε το αμπελοτόπι που βγάζει το Merlot πουπροορίζεται για το Masseto, το ίδιο δεν το δοκιμάσαμε. Απογοητευμένοι πάντως από την επίσκεψή μας δεν μείναμε. Ήδη η ζέστη και οι δοκιμές έξι κρασιών μας είχαν φέρει μια γλυκιά κούραση – όχι πως θα μας χαλούσε να δοκιμάσουμε το πανάκριβο Merlot που έχει σε διαγωνισμούς κερδίσει το περίφημο Petrus, αλλά ας μην είμαστε πλεονέκτες… Όλα τα κρασιά ήταν σπουδαία και διαφορετικά μεταξύ τους. Η Sassicaia παράγει πιο γήινα κρασιά, πιο λεπτά, φίνα με αυτή την παράδοξη αίσθηση σε μένα του ‘χωριάτικου’ του χειροποίητου. Από την άλλη τα κρασιά της Ornellaia είναι πιο πληθωρικά, πιο φρουτώδη και πιο εντυπωσιακά. Όπως είπα και τα δύο ήταν υπέροχα και σε μια αντιπαράθεση Ornellaia εναντίον Sassicaia θα διάλεγα και τα δύο. Διαφορετικά κρασιά που προσφέρουν ξεχωριστές συγκινήσεις.
Και αν οι συμπάθειες μου γέρνουν στο ένα ή στο άλλο, δεν με υποχρέωσε κανείς να περιοριστώ στο να πίνω το ένα από τα δύο αποκλειστικά…

Στέφανος Τσαλαβούτας

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Ανερχόμενος γαστρονομικός προορισμός λόγω κρασιού η Ελλάδα…. για τους Αυστραλούς.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους ανερχόμενους ευρωπαϊκούς προορισμούς με γαστρονομικό ενδιαφέρον λόγω των κρασιών της, αναφέρει σε δημοσίευμα της η εφημερίδα «The Sun Herald» του Σίδνεϊ. Όπως επισημαίνεται, καθώς αυξάνεται η εκτίμηση των Αυστραλών απέναντι στο καλό φαγητό και κρασί, αυξάνεται και το ενδιαφέρον τους για γαστρονομικές εμπειρίες σε μη αναμενόμενους προορισμούς. Η Karen Ridge, ιδιοκτήτρια ενός εξειδικευμένου ταξιδιωτικού πρακτορείου του «Food and Wine Travel», υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη και δυναμική αγορά και ότι οι ταξιδιώτες δεν αναζητούν μόνο το καλό φαγητό, αλλά ενδιαφέρονται για την όλη εμπειρία που συνδέεται με το φαγητό, όπως η παραγωγή των υλικών και η προετοιμασία του. Σύμφωνα με την κ. Ridge, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία είναι δημοφιλείς γαστρονομικοί προορισμοί, αλλά η ίδια αναμένει ότι θα αναδειχθούν και η Αυστρία, η Ελβετία, η Κροατία, η Τουρκία και η Ελλάδα. Αφιέρωμα στο ελληνικό κρασί φιλοξένησε και η εφημερίδα «The Age», με την υπογραφή της Jane Faulkner, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον παραγωγό Γιάννη Παρασκευόπουλο (Κτήμα Γαία). Η Faulkner αναφέρεται στη ρετσίνα, στην οποία αποδίδεται το κακό όνομα των ελληνικών κρασιών στο εξωτερικό, «εξαιτίας του γεγονότος ότι συχνά παρασκευάζεται λανθασμένα», σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο.
Άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας κάνει λόγο για την καλλιέργεια των ελληνικών ποικιλιών Ασύρτικο και Ξινόμαυρο εκτός Ελλάδος.
Το μεν πρώτο καλλιεργείται στην Αυστραλία από το κτήμα Jim Barry στην περιοχή Clare Valley έπειτα από πρόσφατη αγορά κλημάτων από τη Σαντορίνη, ενώ το δεύτερο καλλιεργείται στην Κίνα, με την πιλοτική συνεργασία του κτήματος Κυρ-Γιάννη με την κινέζικης κρατικής ιδιοκτησίας εταιρεία Mogao.
Created by A.Kourkoulis